Tο μεταναστευτικό φαινόμενο στην Ελλάδα αποκτά με το πέρασμα του χρόνου χαρακτηριστικά μονιμότητας, διάρκειας και “κανονικότητας”, ανεξάρτητα από τις μεταβολές στην εσωτερική πολιτική της χώρας, τις εναλλαγές των κυβερνήσεων ή τις μεταβολές στους δείκτες οικονομικής ανάπτυξης. Κι αυτό έχει να κάνει με την ευαίσθητη γεωπολιτική θέση της χώρας μας στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Η Ελλάδα είναι πρωτίστως χώρα κόμβος και διέλευσης μεταναστών και προσφύγων και δευτερευόντως χώρα προορισμού. 

Τα “διάτρητα¨ σύνορα της Ελλάδας

Αυτή η γεωγραφική ιδιαιτερότητα καθιστά τη χώρα ευάλωτη στη παράτυπη μετανάστευση. Με 1.160 χιλιόμετρα χερσαίων συνόρων, το 80% των οποίων είναι ορεινά, κι επίσης 15.021 χιλιόμετρα ακτών καθώς και χιλιάδες βραχονησίδες και νησιά, τα 218 των οποίων είναι κατοικημένα, και σε κοντινή απόσταση από τα τουρκικά παράλια, η Ελλάδα είναι εξαιρετικά εκτεθειμένη στις μεταναστευτικές ροές. Η φύλαξη αυτών των εκτεταμένων συνόρων, ιδίως των θαλασσίων, είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Εξυπακούεται πως για κάτι τέτοιο απαιτείται επαρκές ανθρώπινο δυναμικό, συσκευές προηγμένης τεχνολογίας (π.χ. θερμικές κάμερες νυκτός κ.α.) και, ασφαλώς, άφθονοι οικονομικοί πόροι, που η Ελλάδα δεν διαθέτει, ειδικά αφού πέρασε μια μακροχρόνια οικονομική κρίση. Παρά τη συγκρότηση του σώματος φύλαξης συνόρων και τις συνεχείς περιπολίες του λιμενικού, καθώς και της ευρωπαϊκής FRONTEX, τα σύνορα της Ελλάδας συνεχίζουν να είναι διαπερατά και “διάτρητα” στη παράτυπη μετανάστευση -κάτι που διαπίστωσε και πάλι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, παρά τα όσα έλεγε το κόμμα του προεκλογικά.

Εξ αιτίας λοιπόν της γεωγραφικής της θέσης, η Ελλάδα γειτνιάζει με χώρες προέλευσης μεταναστών από την Ασία και την Αφρική που, για ποικίλους λόγους, τροφοδοτούν το διεθνές μεταναστευτικό και προσφυγικό ρεύμα.  Η χώρα μας λειτουργεί επίσης και ως “διαμετακομιστικό κέντρο” και πύλη εισόδου μεταναστών και  προσφύγων προς την υπόλοιπη Ευρώπη. 

Γειτνίαση με ένα “τόξο αστάθειας”

Όλη σχεδόν η περιφέρεια της Ελλάδας σχηματίζει μια ζώνη ή “τόξο αστάθειας”, το οποίο ξεκινά από τη βόρεια Αφρική, διέρχεται τη Μέση Ανατολή κι εκτείνεται ως την Ουκρανία και τα Βαλκάνια, που τροφοδοτεί συνεχώς μεταναστευτικές προσφυγικές ροές. Σε όλη αυτή τη ζώνη λαμβάνουν συνεχώς χώρα πολεμικές συγκρούσεις (Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Αφγανιστάν κ.α.), τρομοκρατία, μη ομαλές πολιτικές καταστάσεις, καθώς και καταπίεση εθνοθρησκευτικών μειονοτήτων και καταστολή ατομικών ελευθεριών, που αναγκάζουν εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Ειδικά ο πόλεμος στη Συρία (2011-2018) ανάγκασε το μισό πληθυσμό της χώρας (11 εκατομμύρια από 22 συνολικά) να μετακινηθεί και περίπου 8 εκατομμύρια να εγκαταλείψουν τη χώρα. Από αυτούς τα 4 εκατομμύρια κατέφυγαν στη γειτονική Τουρκία, ενώ περίπου 2 εκατομμύρια Σύριοι πρόσφυγές πέρασαν ήδη στην Ευρώπη, στην πλειοψηφία τους μέσω της Ελλάδας και των νησιών του ανατολικού Αιγαίου που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από τα Μικρασιατικά παράλια.

Και με μια “δεξαμενή αδρεναλίνης”

Οι χώρες της Εγγύς Ανατολής, τη νότιας Ασίας και ειδικά τις υποσαχάριας Αφρικής, μπορεί επίσημα να χαρακτηρίζονται ως “αναπτυσσόμενες”, στην ουσία όμως φτωχές, με υψηλή ανεργία, και μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, πολιτική αστάθεια και καταπίεση. Έχουν ωστόσο υψηλούς ρυθμούς δημογραφικής αύξησης κι επομένως μεγάλους αριθμούς ηλικιακά νέων, που δεν μπορούν να απορροφηθούν από την εγχώρια αγορά εργασίας. Αυτή η δημογραφική ομάδα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κι ως “δεξαμενή αδρεναλίνης”. Έχοντας μεγάλη κινητικότητα και λόγω της αστάθειας και της έλλειψης προοπτικών, αυτοί οι νέοι τείνουν αναπόφευκτα να κινούνται προς την πολύ πιο πλούσια, ασφαλή, κοντινή και δημογραφικά γερασμένη Ευρώπη. Η γηραιά ήπειρος χρειάζεται από την πλευρά της νέο εργατικό δυναμικό για να καλύψει το κενό που δημιουργεί η μαζική συνταξιοδότηση της λεγόμενης “Γενιάς του Baby Boom”.

Πρέπει να σημειωθεί πως μόνον για τα έτη 2015-16 η υπηρεσία επιτήρησης των συνόρων της Ε.Ε., η Frontex, κατέγραψε κατέγραψε 2,3 εκατομμύρια παράνομες διαβάσεις (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2016). Η επίσης δημογραφικά γερασμένη και σχετικά πλούσια, παρά την οικονομική ύφεση της περιόδου 2008-2016, Ελλάδα, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης είναι και θα παραμείνει μια εν δυνάμει πύλη εισόδου προσφύγων και οικονομικών μεταναστών που στοχεύουν να εγκατασταθούν στις πλέον ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. κατά τα επόμενα έτη. Γι’ αυτό θα πρέπει να αναμένει ακόμη μεγαλύτερες αφίξεις προσφύγων, που θα κατευθύνονται προς την Ευρώπη, ενώ η ίδια, καθώς ανακάμπτει οικονομικά κι εξαιτίας της διεύρυνσης της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού της, θα αναγκαστεί εκ νέου να εντάξει δεκάδες χιλιάδες νεοεισερχόμενους, κυρίως πρόσφυγες, στην οικονομία και στην κοινωνία της.  

Η άρνηση της πραγματικότητας διόγκωσε το πρόβλημα

Η Ελλάδα, ως κράτος αλλά και ως κοινωνία, βρίσκεται σε γενικές γραμμές αρκετά πίσω στα θέματα ένταξης και ενσωμάτωσης των μεταναστών. Το ελληνικό κράτος, οι Αρχές, η Δημόσια Διοίκηση, οι εκάστοτε κυβερνήσεις και οι πολιτικές ηγεσίες βρέθηκαν εξαρχής σχεδόν απροετοίμαστες κι αμήχανες απέναντι στο φαινόμενο μιας τόσο μαζικής μεταναστευτικής εισροής η οποία εκδηλώθηκε με διάφορες μορφές και φάσεις: με την παλιννόστηση Ελλήνων υπηκόων (1975-1990), με την παλιννόστηση και εισροή ομογενών (1990-2000) και την παράλληλη μαζική εισροή παράτυπων αλλοδαπών οικονομικών μεταναστών (1990-2010). Αιφνιδιάστηκε, τέλος, με την επίσης μαζική εισροή προσφύγων και αιτούντων άσυλο (2010-2019), η οποία και συνεχίζεται ακατάπαυστα αν και σε μικρότερες και πιο διαχειρίσιμες ροές σε σύγκριση με το αποκορύφωμα της το 2015, όπου σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι πέρασαν παράτυπα στην ελληνική επικράτεια με προορισμό την πλούσια, αλλά δημογραφικά γερασμένη Ευρώπη, όπου επιθυμούσαν να βρουν ασφαλές καταφύγιο και ευκαιρίες για μια καλύτερη ζωή μακριά από τις κατεστραμμένες εστίες και χώρες τους. 

Αρνούμενη στην αρχή να αποδεχθεί πως το μεταναστευτικό φαινόμενο δεν ήταν κάτι το πρόσκαιρο -μια επωφελής παρένθεση- αλλά μια μόνιμη νέα πραγματικότητα, η Ελλάδα καθυστέρησε να οργανώσει, να θεσμοθετήσει και να εφαρμόσει μια αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική η οποία θα αποσκοπούσε στη σταδιακή ένταξη κι ενσωμάτωση των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Από το 1996 άρχισε να εφαρμόζει μια συγκρατημένη πολιτική σταδιακής νομιμοποίησης των παράτυπων μεταναστών. Ωστόσο η κεντρική και η περιφερειακή διοίκηση καθώς και η τοπική αυτοδιοίκηση που υλοποιούσαν τη μεταναστευτική πολιτική δεν είχαν επιτύχει υψηλά επίπεδα αποτελεσματικής λειτουργίας και εξυπηρέτησης των αλλοδαπών, εγκαταλείποντας τους μετανάστες που επιθυμούσαν διακαώς τη νομιμοποίησή τους στο “τέρας” της ελληνικής γραφειοκρατίας και σε κυκλώματα επιτηδείων που παρείχαν “διευκολύνσεις” έναντι αδρής αμοιβής. 

Ελλάδα-Γερμανία: Βίοι παράλληλοι στο Μεταναστευτικό;

Η αρχική προσέγγιση της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής προσιδίαζε αρκετά στη γερμανική αρχή και ιδεολογία της μεταναστευτικής πολιτικής της περιόδου 1960-2000. Στην ελληνική περίπτωση είχαμε άτυπη και παράνομη εργασία σε αντιπαράθεση με τις συμβάσεις εργασίας του γερμανικού κράτους (εκμετάλλευση και στις δύο περιπτώσεις των υπαρχόντων δομών αντίστοιχα), εύκολη πρόσβαση στην ιθαγένεια για τα άτομα ελληνικής αλλά και γερμανικής καταγωγής αντίστοιχα, δύσκολη έως πρακτικά αδύνατη για τα άτομα ξένης καταγωγής: ακόμη και η δεύτερη γενιά των Τούρκων μεταναστών στη Γερμανία δεν είχε αρχικά πρόσβαση στη γερμανική ιθαγένεια. Η Γερμανία πάντα δεχόταν μετανάστες αλλά δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως χώρα προορισμού. Αυτό άλλαξε γύρω στο 2000. Μέχρι τότε ο κύριος στόχος ήταν πώς θα κάνει τους μετανάστες να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Μετά το 2000, τόσο η Γερμανία όσο και η Ελλάδα, άρχισαν σταδιακά να στρέφουν την προσοχή τους προς την υιοθέτηση μέτρων για την ένταξη και την ενσωμάτωση των ήδη εγκατεστημένων και νόμιμων μεταναστών.

Τα προβλήματα της ενσωμάτωσης των μεταναστών

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες δεν είναι απλώς ξένοι και αλλοδαποί, είναι ολόκληροι κόσμοι που πρέπει να εξερευνηθούν. Δεν είναι προβλήματα, αλλά άνθρωποι που έχουν προβλήματα. Τα “αγκάθια” της ένταξης και της ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία είναι πολλά. Η ενσωμάτωσή τους είναι μια διαδικασία που ξεκίνησε δύο δεκαετίες πριν και  προχωρά αργά αλλά σταθερά. Συνήθως γίνεται μέσα από τις εργασιακές, πελατειακές ή προσωπικές σχέσεις που δημιουργούν με τους ντόπιους και δευτερευόντως με τις σχέσεις εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας δικαιωμάτων-υποχρεώσεων που αναπτύσσουν με την ελληνική Δημόσια Διοίκηση, τις Αρχές και τους θεσμούς του ελληνικού κράτους. Ο βαθμός ενσωμάτωσης τους σχετίζεται κυρίως με τη νομιμοποίησή τους (ειδικά με την απόκτηση ιθαγένειας), τη μόνιμη κατοικία, τη γνώση της ελληνικής γλώσσας, το εθνοθρησκευτικό τους υπόβαθρό και από το εκπαιδευτικό τους επίπεδο, αλλά κι από την πρόσβαση τους στις δημόσιες υπηρεσίες, τις τυχόν διακρίσεις που υφίστανται κ.ά. Επειδή αρχικά η ελληνική κοινωνία δεν ήταν ιδιαίτερα ανεκτική απέναντι στο διαφορετικό, πολλοί μετανάστες αισθάνθηκαν περιθωριοποιημένοι και στοχοποιημένοι από τη αντιμεταναστευτική ρητορική της εγχώριας ξενοφοβικής ακροδεξιάς και συχνά χωρίς την ανάλογη προστασία εκ μέρους των ελληνικών Αρχών. 

Μετανάστες: Τα διπλά θύματα της ελληνικής Κρίσης

Μετά το 2010 οι μετανάστες και οι πρόσφυγες που κατέφθασαν στην Ελλάδα μαζί με τον ερχομό της οικονομικής κρίσης, έφθασαν σε μια εποχή που οι Έλληνες απώλεσαν σημαντικό τμήμα του βιοτικού τους επιπέδου (-25% του ΑΕΠ της χώρας, άνοδος της επίσημης ανεργίας στο 28%, έκρηξη της φτωχοποιησης και του κοινωνικού αποκλεισμού). Ταυτόχρονα οι Έλληνες άρχισαν να δέχονται τα υποτιμητικά, πολλές φορές και ρατσιστικά σχόλια των Ευρωπαίων εταίρων-πιστωτών τους. Γι’ αυτό αντιμετώπισαν πολύ αντίξοες συνθήκες, καθώς και το ρατσισμό εκ μέρους ενός τμήματος του ελληνικού πληθυσμού, που επηρεάστηκε από τον ακροδεξιό λαϊκισμό επιζητώντας διακαώς κάποιον “αποδιοπομπαίο τράγο”. 

Η πολιτική άνοδος του νεοναζιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής (6,9% στις εκλογές του 2012 και του 2015, αλλά 2,9% στις εκλογές του 2019) βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αντιμεταναστευτική του ρητορική, καθώς και στον ρατσιστικό “πολιτικό ακτιβισμό” του που εκδηλώνονταν συχνά με πράξεις ωμής βίας από οργανωμένα “Τάγματα Εφόδου” εις βάρος αλλοδαπών μεταναστών η φυσιογνωμία των οποίων δεν προσιδίαζε προς το “ιδανικό της Αρίας φυλής” που υποστήριζε η ηγεσία και τα μέλη του συγκεκριμένου κόμματος. Ο ρατσισμός μπορεί να μη φέρνει κατ’ ανάγκη τη βία. Η βία όμως και η φτώχεια φέρνουν τον ρατσισμό. 

Κι όμως η ένταξη των μεταναστών προχώρησε

Αναμφίβολα η Ελλάδα έχει μεγάλη απόσταση ακόμη για να διανύσει στον τομέα των πολιτικών ένταξης που εφαρμόζουν οι πιο ανεπτυγμένες και πλούσιες χώρες της Ε.Ε. Σε σύγκριση ωστόσο με τις πιο “ξενοφοβικές” χώρες της ανατολικής Ευρώπης (όπως π.χ. η Ουγγαρία και η Πολωνία), που έχουν την τάση να κλείνονται στον εαυτό τους και να περιχαρακώνονται στα εθνικά τους σύνορα.  η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, και παρά την κρίση που πέρασε, έχει πραγματοποιήσει αρκετά και τολμηρά βήματα για την ένταξη και ενσωμάτωση των μεταναστών και των προσφύγων στην κοινωνία της.  

Παρά τις αντιξοότητες, που οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική κρίση και στις πολυεπίπεδες παρενέργειές της, η πολιτική ένταξης κι ενσωμάτωσης των μεταναστών στην Ελλάδα συνεχίζεται σε γενικές γραμμές προς τη σωστή κατεύθυνση με μια σειρά από θετικά μέτρα, παρεμβάσεις και νομοθετικές βελτιώσεις που ωστόσο δεν αρκούν, ειδικά αν τις συγκρίνει κανείς με τις αντίστοιχες πολιτικές άλλων χωρών της Ε.Ε. Υπάρχουν ωστόσο βάσιμες ενδείξεις πως η νέα ελληνική κυβέρνηση θα κάνει βήματα προς τα πίσω σε αυτό το ζήτημα, όπως συνέβει και στο παρελθόν.

Αποτελεί η μετανάστευση “χρυσή ευκαιρία” για την ανάκαμψη της Ελλάδας;

Παρά τις ξενοφοβικές και ρατσιστικές κορώνες που έχουν υιοθετήσει πολλές συντηρητικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, στην κατηγορία των οποίων ανήκει και η νέα ελληνική κυβέρνηση, η  μεταναστευτική εισροή δεν είναι παροδικό φαινόμενο, Ούτε ένα μη διαχειρίσμο πρόβλημα. Και φυσικά δεν αποτελεί απειλή. Αντιθέτως μπορεί να αποτελέσει μια “χρυσή ευκαιρία” για τη δημογραφική και οικονομική ανάκαμψη της χώρας μας, καθώς και για την αναζωογόνηση της δημογραφικά γερασμένης αλλά πλούσιας ευρωπαϊκής ηπείρου -κάτι που έχει γίνει αντιληπτό ήδη από ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού “πυρήνα”, όπως η Γερμανία, η οποία εφαρμόζει τελευταία μια πολιτική “ανοικτών θυρών” ως προς τους μετανάστες και πρόσφυγες, δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στην άμεση προώθηση πολιτικών ταχείας ένταξης των νεοαφιχθέντων, ώστε να ενταχθούν στην αγορά εργασίας και να ενσωματωθούν κοινωνικά. 

Η Ελλάδα, καθώς εξέρχεται από το τούνελ της χειρότερης οικονομικής κρίσης στη νεότερη ιστορία της, αντί να κλείνεται στο καβούκι της, θα μπορούσε να εντείνει και να εφαρμόσει άμεσα παρόμοιες, ίσως ακόμη και πιο θαρραλέες κι αποτελεσματικές, πολιτικές ένταξης και ενσώματωσης των μεταναστών και προσφύγων στην κοινωνία της, αξιοποιώντας έτσι το δυναμικό τους σε πολλά επίπεδα με στόχο τη δυναμική ανάκαμψη και την αναπλήρωση της λεγόμενης “χαμένης δεκαετίας” της κρίσης. Εφαρμόζοντας αποτελεσματικά πολιτικές ένταξης οι μετανάστες θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη μιας πραγματικής “ιστορίας επιτυχίας”, που θα βγάλει οριστικά την Ελλάδα από την κρίση. Αρκεί φυσικά να το επιθυμούν και οι ίδιοι. 

Άλλωστε εκ φύσεως σχεδόν ο κάθε μετανάστης φέρει μέσα του τον σπόρο της επιτυχίας καθώς συνδυάζει την απόγνωση με το ρίσκο.  Γι΄ αυτό και οι πετυχημένες χώρες στον κόσμο είναι πάντα εκείνες που δέχονται μετανάστες, ενώ οι αποτυχημένες είναι εκείνες που κάνουν ακριβώς το αντίθετο, στέλνοντας στο τέλος τους δικούς τους πολίτες ως μετανάστες στο εξωτερικό. Η Ελλάδα θα πρέπει να αποφασίσει σε ποια από τις δύο κατηγορίες θέλει να ανήκει. Είναι μια απόφαση καθοριστική για το μέλλον της.

του Γιώργου Στάμκου