ην ημέρα κατά την οποία η βρετανική κυβέρνηση σύνηψε τη συμφωνία απόσυρσης με τις Βρυξέλλες, η οποία είχε σκοπό να εξασφαλίσει μια ταχεία και προοδευτική έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Μπόρις Τζόνσον την καταδίκασε ως «υποτελή».

Σύμφωνα και με το Politico, τώρα που ο Τζόνσον άρπαξε το τιμόνι από την Τερέζα Μέι και οδηγεί το Brexit στις 31 Οκτωβρίου, το φάντασμα της υποταγής πλανιέται και πάλι στο Λονδίνο, αλλά αυτήν τη φορά η υποτέλεια δεν είναι στις Βρυξέλλες αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ.

Κι ενώ το τελευταίο 48ωρο ο Βρετανός πρωθυπουργός «έφαγε πόρτα» διαδοχικά από Μέρκελ και Μακρόν, οι οποίοι απέκλεισαν το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης νέας συμφωνίας στον μήνα που έχουνε μπροστά τους, επιρρίπτοντας την ευθύνη για την τύχη του Ηνωμένου Βασιλείου κι ενός Brexit χωρίς συμφωνία στον ίδιο, οι πόρτες είναι ανοιχτές για τον Τζόνσον στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Στον πρώτο μήνα του στην Downing Street, ο Τζόνσον μίλησε στον πρόεδρο των ΗΠΑ δέκα φορές για το Brexit και τις παγκόσμιες υποθέσεις, σύμφωνα με το γραφείο του. Μάλιστα, από την πρώτη στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε για τον Μπόρις Τζόνσον πως θα είναι «έξοχος» στο νέο του πόστο, σημειώνοντας πως έχουν ήδη ξεκινήσει εμπορικές συνομιλίες με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο Ντόναλντ Τραμπ τόνισε από την πρώτη κιόλας μέρα ότι η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο «εργάζονται ήδη για μια εμπορική συμφωνία» για την μετά Brexit εποχή, η οποία ο ίδιος υποσχέθηκε θα είναι «πολύ σημαντική». «Πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε τρεις, τέσσερις ακόμη και πέντε φορές περισσότερα με το Ηνωμένο Βασίλειο», ανέφερε, σημειώνοντας ότι οι ΗΠΑ «εμποδίστηκαν» μέχρι σήμερα να κάνουν περισσότερο εμπόριο με τους Βρετανούς εξαιτίας της «σχέσης τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Νωρίτερα αυτόν το μήνα ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Αμερικανού πρόεδρου, Τζον Μπόλτον επισκέφθηκε το Λονδίνο και συναντήθηκε με υψηλόβαθμους αξιωματούχους από το γραφείο του πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θέλει να δει ένα επιτυχημένο Brexit, το οποίο η Ουάσινγκτον θα υποστηρίξει με μια αμερικανοβρετανική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, δήλωσε σε βρετανούς αξιωματούχους, ενώ όπως τόνισε σε δημοσιογράφους: «Θα θέλαμε να είμαστε χρήσιμοι στο Brexit…επίσης η Βρετανία και οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να συνάψουν εμπορικές συμφωνίες ανά τομέα, αφήνοντας για αργότερα τη διευθέτηση των δυσκολότερων θεμάτων των εμπορικών τους σχέσεων, καθώς απώτερος στόχος είναι μια ολοκληρωμένη εμπορική συμφωνία».

Το κεντρικό μήνυμα που κόμισε ο Μπόλτον είναι πως οι ΗΠΑ θα βοηθήσουν στην απόσβεση του πλήγματος που θα υποστεί η Βρετανία εξαιτίας της εξόδου από την ΕΕ, με μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου

Ο Τραμπ από την πλευρά του αναμένει από το Ηνωμένο Βασίλειο να αποποιηθεί την πυρηνική συμφωνία του 2015, την οποία το Λονδίνο και οι εταίροι του από την ΕΕ συνδιαπραγματεύτηκαν με τη Ρωσία, την Κίνα και την προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση και να ευθυγραμμιστεί με την αμερικανική πολιτική «μέγιστης πίεσης» στην Τεχεράνη, ενώνοντας τις περιπολίες τους υπό την ηγεσία των ΗΠΑ στις θαλάσσιες λωρίδες του Περσικού Κόλπου. Αναμένει επίσης από τον Τζόνσον να ακολουθήσει τις ΗΠΑ στον αποκλεισμό του κινεζικού τηλεπικοινωνιακού γίγαντα Huawei από δημόσιους διαγωνισμούς, ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα στο οποίο η Μέι αντιδρούσε αλλά που άφησε ατελείωτο.

Οι Βρετανοί διπλωμάτες δεν αμφιβάλλουν ότι το τίμημα για τη βοήθεια του Τραμπ στο Ηνωμένο Βασίλειο πολιτικά και οικονομικά θα είναι υψηλό, και η Βρετανία θα κληθεί να ευθυγραμμιστεί στενότερα με τις πολιτικές των ΗΠΑ σε μια σειρά θεμάτων όπως η Μέση Ανατολή, οι εξοπλισμοί, η κλιματική αλλαγή και το παγκόσμιο εμπόριο.

Αντιμετωπίζοντας κρίση της χρηματοπιστωτικής αγοράς, επενδυτική στασιμότητα και νομισματική κρίση, αν βγει από την ΕΕ χωρίς δίχτυ ασφαλείας, η Βρετανία θα είναι αδύναμη στο να αντισταθεί. «Θα υπάρξει μια τιμή και αυτή η τιμή θα είναι υποτελής» δήλωσε ένας πρώην ανώτατος αξιωματούχος της κυβέρνησης της Βρετανίας.

Απαραίτητος σύμμαχος;

Παρά τα συνθήματα του Τζόνσον για μια ανεξάρτητη παγκόσμια Βρετανία που επιδιώκει φιλόδοξες διαπραγματεύσεις με τις αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει λίγες εναλλακτικές λύσεις εξωτερικής πολιτικής πέρα από την υποταγή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι προνομιακοί οικονομικοί δεσμοί της Βρετανίας με την Κίνα – στόχος του πρώην πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον και του υπουργού Οικονομικών του, Τζορτζ Όσμπορν – θα έπεφταν στο κενό μπροστά στον εμπορικό πόλεμο του Τραμπ και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι το Λονδίνο να «φλερτάρει» με το Πεκίνο, εν μέσω συνεχιζόμενων διαδηλώσεων στο Χονγκ Κονγκ, μια πρώην βρετανική αποικία.

Το ίδιο ισχύει και για την Ιαπωνία, η οποία έχει διατυπώσει την αντίθεσή της προς ένα Brexit με αβέβαιους όρους. Οι ιαπωνικές εταιρείες, με επικεφαλής τις αυτοκινητοβιομηχανίες Honda και Nissan, αναμένεται να είναι μεταξύ των πρώτων που θα αποχωρήσουν από το Ηνωμένο Βασίλειο εάν αποκοπούν απότομα από την ενιαία αγορά της ΕΕ.

Οι φιλοδοξίες για μια νέα σχέση με την Ινδία παρεμποδίζονται από την μονομερή ανάκληση του αυτόνομου καθεστώτος του Ινδικού Κασμίρ, που αμφισβητείται από το Πακιστάν. Το Ηνωμένο Βασίλειο, προήδρευσε στην αιματηρή διχοτόμηση της Ινδίας το 1947 ενώ η ινδική κυβέρνηση σύνηψε πιο στενούς εμπορικούς δεσμούς με τη Βρετανία, υπό τον όρο ότι θα έχουν περισσότερες βίζες για τους Ινδούς που θέλουν να σπουδάσουν στη Βρετανία, όρος που ακυρώνεται σε μια εποχή που το Λονδίνο θέλει να περιορίσει τη μετανάστευση προς αυτό.

Ούτε η λεγόμενη συμμαχία CANZUK με την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά, που ήταν γνωστή ως «λευκή Κοινοπολιτεία», προσφέρει ένα σοβαρό υποκατάστατο της παγκόσμιας επιρροής της ΕΕ.

Η υποταγή στις ΗΠΑ δεν θα ήταν νέα για τη Μεγάλη Βρετανία μετά το Brexit. Η βρετανική εξωτερική πολιτική από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν προσδεμένη στις ΗΠΑ. Το βρετανικό κατεστημένο θέλει να πιστεύει ότι έχει μια «ειδική σχέση» με την Ουάσινγκτον, αν και στην πράξη αυτό ισχύει μόνο στα πεδία της τεχνητής νοημοσύνης και της ασφάλειας του κυβερνοχώρου. Ο πρώην πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλαν συσχέτισε την αυριανή Βρετανία με τον πολιτιστικό ρόλο της Αθήνας στην αυτοκρατορική Ρώμη της Αμερικής. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή της βρετανικής πολιτικής το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να βρίσκεται στην πλευρά της Αμερικής από την πρώτη μέρα όταν πηγαίνει στον πόλεμο – τόσο για να εξασφαλίσει την επιρροή όσο και για να τοποθετηθεί ως ο «απαραίτητος σύμμαχος».

Η θέση αυτή κλονίστηκε από την αντίδραση των περισσότερων Βρετανών στη συμμετοχή του Τόνι Μπλερ στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, ενώ το κοινοβούλιο απέρριψε τη βρετανική εμπλοκή στις προτεινόμενες αεροπορικές επιδρομές που πραγματοποίησε η Αμερική στη Συρία το 2013.

Μετά το Brexit και τη χαμένη επιρροή στην Ευρώπη, οι αμυντικές δαπάνες της Βρετανίας είναι επίσης πιθανό να μειωθούν. Μια υποτιμημένη λίρα θα αγοράσει λιγότερο εξοπλισμό και ο Τζόνσον θα αντιμετωπίσει ανταγωνιστικές απαιτήσεις για τη χρηματοδότηση υποσχέσεών του σε νοσοκομεία, αγρότες, σιδηροδρομικές υποδομές και επιχειρήσεις που θα έχουν χτυπηθεί από το Brexit. Μπροστά σε μια «μικρή Αγγλία» η μόνη επιλογή για την παλιά αυτοκρατορία θα είναι η υποταγή στη μεγάλη των ΗΠΑ.