Η «μαύρη τρύπα» των 2 δις ευρώ – ενδεχομένως και 2,5 δις κατά τους υπολογισμούς του ΣΥΡΙΖΑ – για το 2020, η μείωση του αφορολόγητου που ζητούν οι δανειστές και η εξάντληση των περιθωρίων δημιουργικής λογιστικής στις δαπάνες συνθέτουν το παζλ των ασκήσεων δημοσιονομικής ισορροπίας που κάνει η κυβέρνηση εν’ όψει της ανόδου Μητσοτάκη στην Θεσσαλονίκη για την ΔΕΘ και του κρίσιμου γύρου διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς στο τέλος του Σεπτεμβρίου.

Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ΔΕΘ – η πρώτη του ως πρωθυπουργού – στις 7 Σεπτεμβρίου, η άφιξη των τεχνικών κλιμακίων των δανειστών στις 16 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα και η έλευση και των επικεφαλής στις 23 του μήνα δείχνουν άλλωστε και το κρίσιμο χρονικό «τρίγωνο» μέσα στο οποίο η κυβέρνηση θα πρέπει να έχει καταλήξει στους τελικούς άξονες του προϋπολογισμού του 2020 – ενός προϋπολογισμού που, στην πράξη, θα καθορίσει και την εφαρμογή ή μη των φοροελαφρύνσεων που υποσχέθηκε προεκλογικά η κυβέρνηση.

Μέχρι στιγμής, και όπως επιβεβαιώνεται από πηγές του Μαξίμου, το μόνο δεδομένο είναι πως στις φορολογικές ρυθμίσεις που θα κατατεθούν το επόμενο διάστημα θα περιλαμβάνεται η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων με άμεση ισχύ και η περαιτέρω σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ. Ούτε αυτό το νομοσχέδιο όμως πρόκειται να κατατεθεί πριν υπάρξει συνεννόηση με τους θεσμούς – κυβερνητικές πηγές δεν αποκλείουν να παραπεμφθεί και στον Νοέμβριο μαζί με το τελικό σχέδιο του προϋπολογισμού -, ενώ πέραν τούτων ασαφές παραμένει το πλαίσιο και ο χρόνος υλοποίησης των πρωθυπουργικών προεκλογικών δεσμεύσεων για μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα φυσικά πρόσωπα.

Το μεγάλο «αγκάθι» είναι το δημοσιονομικό κενό που διαπιστώνεται από όλες τις πλευρές για το 2020 και εκεί το οικονομικό επιτελείο επιχειρεί τρεις «ντρίπλες»:

Η πρώτη είναι η προσπάθεια να συνυπολογιστούν στα έσοδα του προϋπολογισμού οι επιστροφές των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες και συμπεριλαμβάνονται στη συμφωνία ρύθμισης του χρέους. Οι επιστροφές αυτές για τον επόμενο χρόνο υπολογίζονται ανάμεσα στα 1 με 1,3 δις ευρώ κσι θα μπορούσαν να καλύψουν τουλάχιστον το ήμισυ της δημοσιονομικής «τρύπας». Από την πλευρά των δανειστών ωστόσο φέρονται να υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις, καθώς πρόκειται για έκτακτα και όχι μόνιμα έσοδα και ως εκ τούτου η ενσωμάτωση τους στον προϋπολογισμό θεωρείται από τμήμα των θεσμών «καταχρηστική».

Το δεύτερο κυβερνητικό «τρικ» που ήδη δρομολογείται από το υπουργείο Οικονομικών είναι η διαμόρφωση ενός «ελαστικού» και «κυμαινόμενου» αφορολόγητου ορίου που, στην πράξη όμως, σημαίνει μείωσή του.

Συγκεκριμένα οι πληροφορίες αναφέρουν ότι το σχέδιο που προωθείται προβλέπει σταθερό αφορολόγητο όριο εισοδήματος στα 6.500 ευρώ για μισθωτούς, συνταξιούχους και αγρότες, από 8.636 που είναι σήμερα, το οποίο όμως θα μπορεί να αυξάνεται με επιπλέον ηλεκτρονικές συναλλαγές.

Δηλαδή, μισθωτοί και συνταξιούχοι θα έχουν σταθερό αφορολόγητο 6.500 ευρώ χτίζοντάς το με ηλεκτρονικές συναλλαγές που θα αντιστοιχούν στο:

  • 10% του εισοδήματος για τους έχοντες εισοδήματα έως 10.000 ευρώ.
  • 15% του ετήσιου εισοδήματος για φορολογούμενους με εισοδήματα από 10.001 έως 30.000 ευρώ.
  • 20% για εισοδήματα από 30.001 ευρώ και πάνω.

Οι ίδιοι θα μπορούν να προσαυξάνουν αυτό το αφορολόγητο ξανά έως τα 8.636 ευρώ εάν πραγματοποιούν πρόσθετες δαπάνες με ηλεκτρονικό χρήμα. Κοινώς η διατήρηση του σημερινού αφορολόγητου ορίου των 8.636 ευρώ θα κοστίζει ακριβότερα στους φορολογούμενους καθώς θα προϋποθέτει αυξημένες δαπάνες.

Το τρίτο κυβερνητικό «τρικ» βασίζεται στην επέκταση της λεγόμενης επισκόπησης δαπανών σε όλα τα υπουργεία και τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης σε βάθος διετίας, και μέσω αυτής η εξοικονόμηση πόρων που θα αξιοποιηθούν για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Με βάση την εισήγηση που έχει ήδη ετοιμάσει ο αρμόδιος υφυπουργός Θεόδωρος Σκυλακάκης μέσα από αυτή την διαδικασία εκτιμάται ότι μπορεί να προκύψει δημοσιονομικός χώρος 1 δισ. ευρώ ετησίως.

Με δεδομένο ωστόσο ότι επί της ουσίας πρόκειται για ένα μοντέλο απλής δημιουργικής λογιστικής, το μείζον ερώτημα είναι εάν στο τέλος οι δανειστές θα απαιτήσουν «μαχαίρι» στις πραγματικές δαπάνες κι εάν η κυβέρνηση θα καταφύγει τότε στις περικοπές κοινωνικών επιδομάτων και σε συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας. Πρόκειται για ένα ενδεχόμενο που ανησυχεί σοβαρά τον ΣΥΡΙΖΑ κι εκεί αναμένονται και οι πρώτες πολιτικές συγκρούσεις του φθινοπώρου.