Στην Επίτροπο Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μάργκαρετ Βεστάγκερ, έστειλε επιστολή χθες ο τέως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Γιάννης Δραγασάκης,  με θέμα την καρατόμηση της προέδρου και των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού  εκφράζοντας την ανησυχία του για «τον κίνδυνο ενός σημαντικού τραύματος στην αξιοπιστία και το κύρος της Ε.Α.» και ζητώντας έλεγχο της νομιμότητας των επιχειρούμενων αλλαγών πριν δημιουργηθούν τετελεσμένα «τα οποία θα καταστήσουν ακόμη πιο δύσκολη την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της Επιτροπής». 

Ο κ. Δραγασάκης, γράφει πως έχει θεσμική και ηθική υποχρέωση να ενημερώσει την Κομισιόν γιατί ως προηγούμενος υπουργός Οικονομίας χειρίστηκε το θέμα της αλλαγής του προέδρου και μελών της διοίκησης λόγω της κανονικής λήξης της θητείας τους. 

«Στις 4/12/2018 έληξε η θητεία των τεσσάρων Εισηγητών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ενώ στις 23/12/2018 έληξε η θητεία του Προέδρου της. Η διαδικασία διορισμού των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού σύμφωνα με το νόμο κινείται δύο μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των απερχόμενων μελών. Ο Πρόεδρος της Αρχής επιλέγεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και τα Μέλη της Αρχής από τον Υπουργό Οικονομίας & Ανάπτυξης, όλοι τους ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής» πρόσθεσε.

Και διευκρίνισε πως «το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης υιοθετώντας τη σύσταση του ΟΟΣΑ (έκθεση 2018) για επιλογή των μελών της Επιτροπής μέσω ανοιχτής διαδικασίας, για πρώτη φορά εξέδωσε την υπ’ αριθ. 124906/21-11-2018 πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τις θέσεις των εισηγητών1. Στις 19/12/2019 ως Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης εισηγήθηκα στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής την ανανέωση της θητείας δύο εκ των μελών της και επιλογή δύο νέων.  Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής δεν υπήρξε εκ μέρους του συνόλου των μελών της Επιτροπής καμία ερώτηση ή / και ένσταση όσον αφορά τα προτεινόμενα μέλη ενώ στο τέλος μόνο οι βουλευτές που προέρχονται από τη ΝΔ καταψήφισαν το σύνολο της πρότασής μου για την πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

»Όσον αφορά τη διαδικασία επιλογής του προέδρου της Ανεξάρτητης Αρχής Ανταγωνισμού, η πρόταση της κας Βασιλικής Θάνου, μιας ανωτάτου δικαστικού και  νομικού αναγνωρισμένου κύρους, με σημαντικότατη εμπειρία σε θέσεις ευθύνης, έγινε με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση του κύρους και της λειτουργίας του θεσμού.  Η αρμόδια επιτροπή της Βουλής ψήφισε κατά πλειοψηφία – μεγαλύτερη των βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας – υπέρ της πρότασής μου για την Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού».

Σύμφωνα με τον κ. Δραγασάκη, «αν οι διαδικασίες ή τα κριτήρια επιλογής πρέπει να αλλάξουν αυτό βεβαίως μπορεί να γίνει μετά από διάλογο και σε μελλοντικό χρόνο κάτι που δεν επιδιώχθηκε από τη νέα κυβέρνηση. Για παράδειγμα προσωπικά είχα υιοθετήσει και είχα προτείνει,  σύσταση του ΟΟΣΑ όπως η επιλογή του ή της προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού να γίνεται μέσω της Βουλής όπως συμβαίνει και με άλλες ανεξάρτητες αρχές. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει  διάλογο,  καθώς και την ευρύτερη δυνατή συναίνεση για τη σχετική τροποποίηση  του κανονισμού της Βουλής. Πρόθεσή μου είναι να ζητήσω από τον Πρόεδρο του Ελληνικού Κοινοβουλίου να αναλάβει σχετική πρωτοβουλία».

Ο τέως υπουργός επισημαίνει πως «εκτός της τόσο σημαντικής δουλειάς που έχει γίνει τα προηγούμενα χρόνια ώστε το θεσμικό πλαίσιο για τη θωράκιση της ανεξαρτησίας της αρχής να αναγνωρίζεται από όλους τους εμπειρογνώμονες, τόσο εγώ όσο και οι προκάτοχοί μου υπουργοί επιδιώξαμε και είχαμε άριστη συνεργασία με τη διοίκηση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού, αν και αυτή είχε οριστεί από προηγούμενες κυβερνήσεις, όπως αρμόζει σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου. 

»Αυτή η καλή πρακτική αντί να συνεχιστεί κινδυνεύει σήμερα να διακοπεί και να επιστρέψουμε σε λογικές σύμφωνα με τις οποίες η εκάστοτε κυβέρνηση  με διάφορα προσχήματα θα επιδιώκει να ορίζει διοικήσεις της επιλογής της.  Και μόνο αυτό συνιστά   ένα ανεπανόρθωτο τραύμα στην ανεξαρτησία και  αξιοπιστία της Επιτροπής καθώς και στις αποφάσεις αυτής και εν τέλει ένα πλήγμα στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη αφού η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού λειτουργεί και ως εφαρμοστής του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού». 

Τέλος, στην επιστολή γίνεται λόγος για «ευθεία παραβίαση  της ελληνικής συνταγματικής τάξης και της νομοθεσίας της ΕΕ με τέτοιες πρακτικές, δεν αποκλείεται, να τροφοδοτήσει μακρόσυρτες δικαστικές διαμάχες με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία της Επιτροπή Ανταγωνισμού και στις αποφάσεις αυτής που θα έχουν εκδοθεί κατά τη “γκρίζα” αυτή περίοδο. Πέραν της θεσμικής και της νομικής διάστασης οι επιχειρούμενες αλλαγές με τον τρόπο που επιχειρούνται τροφοδοτούν δημοσιεύματα, σχόλια και εικασίες για  συμφέροντα που μπορεί να επηρεάζουν ή να υποκινούν τις σχετικές επιλογές».