Μετά την εγκαθίδρυση του «επιτελικού κράτους», την «εκπαραθύρωση» της διοίκησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού και την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, αρχίζουν να ξεδιπλώνονται -εν μέσω θερινής ραστώνης- οι επόμενες στοχεύσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Μεταξύ αυτών κεντρική θέση κατέχει αναμφίβολα η  αλλαγή του εκλογικού νόμου με την παράλληλη ακύρωση της απλής αναλογικής, την οποία «πέρασε» από την προηγούμενη Βουλή η κυβέρνηση Τσίπρα.

Μόνο που τα πράγματα σε αυτή την περίπτωση δεν είναι τόσο απλά για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το επιτελείο του…

Κι αυτό γιατί -ως γνωστό- με βάση το Σύνταγμα, για να ισχύσει αλλαγή του εκλογικού νόμου άμεσα στις επόμενες κάλπες που θα στηθούν, χρειάζεται αυτή να έχει εγκριθεί από 200 βουλευτές.

Κάτι τέτοιο με βάση τους ισχύοντες κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς φαίνεται μάλλον απίθανο. Κι αυτό γιατί όσο κι αν δείχνει να υπάρχει εδώ κι αρκετό καιρό μια «προσέγγιση» και επί του συγκεκριμένου ζητήματος μεταξύ της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ τα νούμερα δεν «βγαίνουν», καθώς η κοινοβουλευτική αριθμητική αναφορικά με τα δυο συγκεκριμένα κόμματα σταματάει στο 180 (συγκεκριμένα 158+22). Τα νούμερα δε βγαίνουν ακόμη κι αν προσθέσει κανείς τους βουλευτές της Ελληνική Λύσης, καθώς δεν περνάει απαρατήρητη από πολλούς η «εύγλωττη σιωπή» επί του ζητήματος εκ μέρους του Κυριάκου Βελόπουλου.

Τα σχέδια για το «158+22» και τα σενάρια για το «2+4»

Κάπου εδώ ξεκινάνε τα σενάρια για τις επόμενες κινήσεις σε ό,τι έχει να κάνει με την προσπάθεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη για αποκατάσταση της λεγόμενης «κυβερνησιμότητας» στη χώρα.

Αρχικά, κυοφορείτο μια ιδέα που κινείτο ουσιαστικά εκτός συνταγματικών ορίων. Αυτή υπαγόρευε την αλλαγή των προβλέψεων αναφορικά με την ισχύ του νέου εκλογικού νόμου μέσω της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Συγκεκριμένα, η εν λόγω μεθόδευση προέβλεπε την -μέσω αλλαγής της επίμαχης συνταγματικής ρύθμισης- μείωση του απαιτούμενου αριθμού από 200 σε 180, τον αριθμό δηλαδή που (όλως τυχαίως) φτάνουν οι κοινοβουλευτικές ομάδες ΝΔ και ΚΙΝΑΛ.

Παράλληλα, όσοι προωθούσαν την πρόταση αυτή έβαζαν στο «κάδρο» και την ψήφο των ομογενών, προκειμένου να διασκεδάσουν τις έντονες αντιδράσεις που θα δημιουργούνταν.

Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω ιδέα δείχνει να μην περπατάει, κάτι που διαφαίνεται και από την πρόσφατη επισήμανση εκ μέρους του Κυριάκου Μητσοτάκη περί αποσύνδεσης του ζητήματος της ψήφου των ομογενών από εκείνο της αλλαγής του εκλογικού νόμου.

Πληροφορίες αναφέρουν πως ακόμη και κορυφαία γαλάζια στελέχη εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσε να στηριχθεί μια τέτοια διαδικασία, η οποία άγγιζε τα όρια της συνταγματικής εκτροπής.

Κάπου εδώ λοιπόν έρχεται το σενάριο «2+4». Σύμφωνα με αυτό λοιπόν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μπορούσε ενδεχομένως εφόσον αλλάξει τον εκλογικό νόμο σε αυτή τη Βουλή, να προχωρήσει στη διενέργεια πρόωρων εκλογών με απλή αναλογική πάνω στη διετία της διακυβέρνησής του. Σκοπός του θα είναι να μην προκύψει κάποια κυβερνητική λύση, με αποτέλεσμα να υπάρξει νέα προσφυγή στις κάλπες με τον εκλογικό νόμο που θα έχει ψηφιστεί νωρίτερα. Με αυτό τον τρόπο, εκτιμούν στελέχη του Μεγάρου Μαξίμου πως θα μπορούσε να εξασφαλιστεί μια νέα τετραετία με καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ (ενδεχομένως και με τη συνδρομή κάποιων «πρόθυμων» συμμάχων).

Και το εν λόγω σενάριο πάντως δείχνει να «πάσχει» από πολλές απόψεις.Πρώτον, γιατί υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο η γαλάζια παράταξη να υποστεί ραγδαία φθορά, καθώς τα σχέδια της για το ασφαλιστικό, τα εργασιακά, αλλά και την ευρύτερη οικονομική διαχείριση  προοιωνίζουν έντονο κοινωνικό αναβρασμό. Και δεύτερο, γιατί όπως επισημαίνουν αναλυτές: «Το γεγονός πως απέτυχε το σχέδιο για στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ κάνει οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο να μοιάζει με άλμα στο κενό. Κινδυνεύει δηλαδή σε μια τέτοια περίπτωση, να πάει για μαλλί και να βγει κουρεμένος».

Τα προβλήματα για τη Γεννηματά και το μήνυμα Παπανδρέου

Επιπλέον, υπάρχουν κι άλλα προβλήματα, καθώς ούτε η συμμαχία με το ΚΙΝΑΛ μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. Μπορεί η Φώφη Γεννηματά να έχει αναφερθεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν στην προοπτική σύγκλισης με τη ΝΔ για την κατάργηση της απλής αναλογικής, προκείμενου «να μη μείνει η χώρα ακυβέρνητη», όμως δε δείχνει να έχει πείσει πολλούς μέσα στο ίδιο το κόμμα της.

Αρκετοί μάλιστα θεωρούν την πρόσφατη αναφορά εκ μέρους του Γιώργου Παπανδρέου από το βήμα της Βουλής περί «επικίνδυνης εμμονής στην κυβερνησιμότητα» ως ένα μήνυμα πως η σύγκλιση Μητσοτάκη-Γεννηματά επί του ζητήματος μόνο απλή υπόθεση δεν πρόκειται να είναι..

Επανέρχεται αλλά «ψαλιδισμένο» το μπόνους

Ως εκ τούτου σε πρώιμο επίπεδο βρίσκονται ακόμη και οι σκέψεις σχετικά με τις λεπτομέρειες του νέου εκλογικού νόμου, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με το εύρος του μπόνους που θα προβλέπεται για το πρώτο κόμμα, το οποίο φαίνεται πάντως πως θα μειωθεί από το σημερινό θηριώδες των 50 εδρών.  Φαίνεται μάλιστα πως αυτό θα συνδεθεί με το ποσοστό που θα λαμβάνει ο νικητής των εκλογών.

Οι προτάσεις που βρίσκονται στο τραπέζι προβλέπουν µείωση των «προσφερόµενων» βουλευτών από 30% έως και 50%, εξετάζονται διάφορες παραλλαγές. Η πρόταση που φαίνεται να κερδίζει έδαφος προβλέπει το µπόνους να συνδεθεί µε την εκλογική επίδοση του πρώτου κόµµατος και να αυξάνεται µέχρι µία οροφή (π.χ. τους 30 βουλευτές) όσο αυξάνονται και τα εκλογικά ποσοστά.

Αν, για παράδειγµα, η «προικοδότηση» ξεκινά από το 30% -µέχρι στιγµής δεν είναι γνωστό αν θα τεθεί ποσοστό εκκίνησης- για κάθε επιπλέον ποσοστιαία µονάδα θα αυξάνεται και το µπόνους µέχρι του ορίου που θα θεσµοθετηθεί.

Στο τραπέζι βρίσκονται και άλλες λύσεις, όπως µία παραλλαγή του γερµανικού µοντέλου, που προβλέπει ένα µεικτό σύστηµα µονοεδρικών και πολυεδρικών, αλλά η συγκεκριµένη πρόταση έχει το µειονέκτηµα ότι προϋποθέτει αναδιάρθρωση των εκλογικών περιφερειών.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως σε ανάλογο μήκος κύματος κινείται και η πρόταση που κατέθεσε το ΚΙΝΑΛ το 2018, που προέβλεπε εκλογικό μπόνους μόνο στην περίπτωση που το πρώτο κόµµα υπερβαίνει το 25% του εκλογικού σώµατος. Για ποσοστό 25% δίνονται 20 έδρες µπόνους και από εκεί και πάνω για κάθε επιπλέον 1% µία έδρα, µε ανώτατο όριο συνολικού µπόνους τις 35 έδρες.