Στην νέα ταινία του Κουεντίν Ταραντίνο «Once Upon a Time in Hollywood», ένας ηθοποιός και ένας και κασκαντέρ (που υποδύoνται ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και ο Μπραντ Πιτ  αντίστοιχα), ζουν δίπλα στην όμορφη ηθοποιό Σάρον Τέιτ (Μάργκοτ Ρόμπι).

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1969 και αυτό που κανένας από τους χαρακτήρες δεν γνωρίζει είναι ότι η Τέιτ και πέντε ακόμα άτομα σύντομα θα δολοφονηθούν βίαια από τα μέλη της «οικογένειας Μάνσον», την αίρεση στην οποία ήταν ηγέτης ο Τσαρλς Μάνσον, που θα γινόταν για πολλούς το τελευταίο σύμβολο της σκοτεινής πλευράς της δεκαετίας του 1960.

Ποιος ήταν ο Τσαρλς Μάνσον

Γεννημένος το 1934 στο Οχάιο από την ανήλικη Καθλίν Μάντοξ, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του με συγγενείς και αργότερα μπαινοβγαίνοντας σε ιδρύματα. Σε ηλικία περίπου είκοσι χρονών παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε έναν γιο. Ο Μάνσον είχε πάθει ιδρυματισμό σε τέτοιο βαθμό που κατά την απελευθέρωσή του από μια φυλακή της Καλιφόρνιας το 1967, ζήτησε από τον φύλακα αν μπορεί να παραμείνει.

Ωστόσο τελικά μετανάστευσε στο Μπέρκλεϊ και στη συνέχεια στο Σαν Φρανσίσκο, πόλεις που πλημμύριζαν με τους νέους που ήθελαν να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή τους εκείνη την εποχή. Ως μεγαλύτερος σε σχέση με την πλειοψηφία, συγκέντρωσε μια μικρή ομάδα οπαδών (σχεδόν εξ ολοκλήρου από γυναίκες) και το 1968 μετακινήθηκε μαζί με τους οπαδούς του στο Λος Άντζελες για να ακολουθήσει μουσική σταδιοδρομία, έχοντας μάθει να παίζει κιθάρα στη φυλακή. Τα εργαλεία πειθούς του ήταν οι χαλαροί κοινωνικοί κώδικες στα τέλη της δεκαετίας του 1960 που ακολουθούσαν οι χίπις και η ικανότητά του να λέει στους άλλους αυτό που θέλουν να ακούσουν.

Στο Λος Άντζελες θα γνωρίσει τον Ντένις Γουίλσον, ντράμερ των Beach Boys και θα μετακομίσει σπίτι του στο Λος Άντζελες μαζί με την «οικογένειά» του. Με το πέρασμα του χρόνου αυξανόταν και ο αριθμός των γυναικών που εντάσσονταν στην ομάδα του, στην οποία ο Μάνσον ασκούσε όλο και περισσότερη επιρροή, σύμφωνα με το smithsonianmag.

Η οικογένεια Μάνσον

Τα «κορίτσια του Μάνσον», όπως έγιναν γνωστά ήταν κυρίως νεαρές κοπέλες γύρω στα 20 που άρχισαν να τον ακολουθούν στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Οι λευκές γυναίκες της μεσαίας τάξης σε όλη τη χώρα κατευθύνονταν σε πόλεις όπως το Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες, εμπνευσμένες από άλλους χίπις για να βιώσουν το γνωστό από τον Τίμοθι Λίρι «Turn on, tune in, drop out». Ο Μανσόν συχνά χρησιμοποιούσε τις οπαδούς του για να προσελκύσει άνδρες ώστε να συμμετάσχουν και αυτοί στην ομάδα του.

Όταν ο Μανσόν και η οικογένεια του εγκαταστάθηκαν τελικά στο ράντζο του Λος Άντζελες, αυτός κατάφερε να ασκήσει πλήρη κυριαρχία πάνω στην ομάδα. Έθεσε κανόνες όπως ότι τα μέλη απαγορευόταν να φορούν γυαλιά οράσεως ή να μεταφέρουν χρήματα μαζί τους. Στο βιβλίο «Member of the Family: My Story of Charles Manson, Life Inside His Cult, and the Darkness That Ended the Sixties» η Ντάνι Λέικ ανέλυσε μακριές νύχτες διαλέξεων, στις οποίες ο Μάνσον έδωσε εντολή σε άλλους στο ράντσο να πάρουν LSD και να τον ακούσουν να κηρύττει για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας. 

Πώς μπήκε ο Μάνσον στον χώρο του Χόλιγουντ;

Ο Μάνσον είχε διασυνδέσεις με διάφορους πλούσιους και σημαντικούς ανθρώπους στο Λος Άντζελες. Μέσα από τον Ντένις Γουίλσον γνωρίστηκε καλά με τον παραγωγό δίσκων Τέρι Μέλχερ, γιο της ηθοποιού Ντορις Ντέι και έγινε φίλος της ηθοποιού Κάντις Μπέργκεν. Για κάποιο χρονικό διάστημα μάλιστα, η κόρη της ηθοποιού Άντζελα Λάνσμπερι παρόλο που δεν ήταν επίσημο μέλος, χρησιμοποιούσε τις πιστωτικές κάρτες της μητέρας της για να αγοράσει τα τρόφιμα και τα ρούχα της «οικογένειας».

Ο Μέλχερ και η Μπέργκεν είχαν ζήσει στο σπίτι, που νοίκιασε η Τέιτ με τον σύζυγό της, Ρομάν Πολάνσκι, και δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι το σπίτι αυτό αντιπροσώπευε για τον Μάνσον την απόρριψή του από τη μουσική βιομηχανία. Σημειώνεται, ότι ο Μανσόν είχε επενδύσει στη σχέση του με τον Γουίλσον και τον Μέλχερ και πιστεύεται ευρέως ότι μόλις κατάλαβε ότι οι δύο άνδρες δεν πρόκειται να προωθήσουν τη μουσική του καριέρα, άρχισε να γίνεται όλο και πιο βίαιος.Play Video

Το λουτρό αίματος

Τη νύχτα της 8ης Αυγούστου 1969, τα μέλη της «οικογένειας», Τεξ Γουότσον, Πατ Κρενγουινκλ, Σούζαν Ατκινς και Λίντα Καζάμπιαν, επιβιβάζονται σε ένα Ford του ’59 και φτάνουν στο σπίτι της Τέιτ και του Πολάνσκι, που λείπει για γυρίσματα, γύρω στα μεσάνυχτα.

Εκείνη τη νύχτα πέντε άνθρωποι βρίσκονται στην κατοικία του Cielo Drive: η εγκυμονούσα Τέιτ, ο πρώην σύντροφός της και διάσημος κομμωτής, Τζέι Σίμπρινγκ, η κληρονόμος Αμπιγκέιλ Φόλγκερ με τον φίλο της, ηθοποιό και συγγραφέα, Βόιτεκ Φρικόφσκι και ο 18χρονος Στίβεν Πάρεντ, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με τους υπόλοιπους, απλώς έκανε επίσκεψη στο σπίτι για να συναντήσει τον επιστάτη. Κανένας από αυτούς δεν είχε κάποια απτή σχέση με τον Μάνσον ή την οικογένεια.

Το σπίτι του Πολάνσκι επιλέγεται ως στόχος, γιατί ο Μάνσον είχε προηγούμενα με τον παραγωγό που έμενε πριν σε αυτό κι είχε απορρίψει τη μουσική του. Η Τέιτ και οι φίλοι της, όπως και ο νεαρός Πάρεντ δολοφονούνται με μαχαιριές από τα χέρια των Γουότσον, Κρενγουινκλ και Ατκινς. Τους βρίσκουν όλους νεκρούς σε ένα σκηνικό βγαλμένο από ταινία σπλάτερ. 

Την επόμενη νύχτα, η ίδια ομάδα μελών της οικογένειας, μαζί με τον Μάνσον «ξαναχτυπά» και δολοφονεί με πολλαπλές μαχαιριές το ζεύγος Λαμπιάνκα στο σπίτι τους στο Λος Αντζελες. Θεωρείται ότι το ζεύγος επιλέχθηκε τυχαία αφού η ομάδα περιπλανήθηκε για πολλές ώρες οδηγώντας γύρω από τις πολυτελείς γειτονιές του Λος Άντζελες.

Τι ήταν το «Helter Skelter»;

Ο εισαγγελέας Vincent Bugliosi, στην εξαντλητική προσπάθειά του να συγκεντρώσει ένα κίνητρο για τις δολοφονίες της «οικογένειας», κατέληξε στην εμμονή του Μάνσον με αυτό που ονομάζεται Helter Skelter, από το γνωστό τραγούδι των Beatles. Το «Helter Skelter», στην «γλώσσα» του Μάνσον, ήταν ένας πόλεμος κατά τον οποίο θα έχαναν τη ζωή τους χιλιάδες ανθρώπους και θα εξανάγκαζε την «οικογένεια» να εξαφανιστεί σε υπόγειες σπηλιές. Εκεί, θα περίμεναν μέχρι να έρθει η ώρα να εμφανιστούν και να κυβερνήσουν ό, τι είχε απομείνει από τον κόσμο.

Ενώ ο Μανσόν είχε αρχικά αναφέρει ότι τα πρώτα εγκλήματα θα διαπράττονταν από Αφροαμερικανούς εναντίον λευκών, η απεγνωσμένη κατάσταση που βρέθηκε το καλοκαίρι του 1969 τον έκανε να παρακινήσει την «οικογένεια» να ξεκινήσουν αυτοί το Helter Skelter, διαπράττοντας άγρια ​​εγκλήματα σε πολυτελείς γειτονιές. Κι όλα αυτά σε μια προσπάθεια να δείξουν στους Αφρο-Αμερικανούς «το δρόμο».

Ο ίδιος ο Μάνσον δεν διέπραξε καμία από τις δολοφονίες, αλλά ο εισαγγελέας Vincent Bugliosi υποστήριξε ότι η «οικογένεια» έκανε ό, τι τους διέταζε, συμπεριλαμβανομένου του φόνου. Τελικά καταδικάστηκε μαζί με τους υπόλοιπους. Η αρχική ποινή για τον Μάνσον ήταν αυτή του θανάτου. Τελικά μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη γιατί το 1972 η πολιτεία της Καλιφόρνια κατάργησε τη θανατική ποινή. Πέθανε τον Νοέμβριο του 2017 μέσα στη φυλακή. 

Μερικά μέλη από την οικογένεια παρέμειναν πιστοί στον Μάνσον ακόμη κι αφότου καταδικάστηκε. Μάλιστα το 1975, ένας από τους πρώτους οπαδούς του, ο Lynette «Squeaky» Fromme, προσπάθησε να δολοφονήσει τον πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ.

Η βίαιη φύση των δολοφονιών που διαπράχθηκαν από την «οικογένεια», συντάραξαν την αμερικανική κοινή γνώμη. Εκτός από το γεγονός ότι μερικά από τα θύματα ήταν διασημότητες, τα εγκλήματα άγγιξαν μερικούς από τους βαθύτερους φόβους των Αμερικανών: την ιδέα ότι μπορεί να μην είσαι ασφαλής στο σπίτι σου και ότι ακόμη και τα «καλά κορίτσια» απέχουν λίγα βήματα από το να διαπράξουν φόνο.