Η Άλωση της Βαστίλης, η οποία γιορτάζεται στις 14 Ιουλίου και αποτελεί τη σημαντικότερη εθνική επέτειο της Γαλλίας, υπήρξε ένα από το κομβικά σημεία της γαλλικής επανάστασης και σηματοδότησε την πτώση της απόλυτης μοναρχίας.

Το 1789, η Γαλλία βρίσκεται σε σοβαρή κρίση. Οι σοδειές είναι κακές, η τιμή του ψωμιού έχει εκτιναχτεί στα ύψη, η αγοραστική δύναμη των ασθενέστερων έχει καταβαραθρωθεί και πολλές περιοχές πλήττονται απ’ τον λιμό.

Ήδη από τον 18ο αιώνα έχει αρχίσει να αναδύεται , πέρα από τους ευγενείς και τους κληρικούς, η Τρίτη τάξη αποτελούμενη από εμπόρους , τραπεζίτες, υπαλλήλους, η τάξη των αστών. Ωστόσο οι αστοί, οι φτωχοί εργαζόμενοι των πόλεων και οι αγρότες δεν είχαν κανένα δικαίωμα στην εξουσία, παρόλο που η αστική τάξη ήταν εκείνη που κινούσε την οικονομία.

Το 1789, η σύγκληση των Γενικών Τάξεων της Γαλλίας από τον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ για πρώτη φορά από το 1614 ορίζεται από τους ιστορικούς ως η αποφασιστική αφορμή για τη Γαλλική Επανάσταση. Η σύγκληση των Γενικών Τάξεων συνοδεύτηκε από πολλές παραχωρήσεις του βασιλιά προς την τρίτη τάξη. Ωστόσο, ενώ ο βασιλιάς σκόπευε στην επιβολή νέων φορολογιών, οι ευγενείς και ο κλήρος είδαν τη σύγκληση των Γενικών Τάξεων ως μια ευκαιρία να αποκτήσουν πολιτική δύναμη, την οποία είχαν χάσει με την άνοδο στον θρόνο του Λουδοβίκου ΙΔ΄, και έτσι να πετύχουν μια εξασθένιση της απόλυτης μοναρχίας.

Η τρίτη τάξη αντίθετα από την πλευρά της ήλπιζε να δοθεί σύνταγμα στη Γαλλία έτσι ώστε η οικονομική δύναμη που είχε αποκτήσει τον τελευταίο αιώνα, να της προσφέρει και πολιτική δύναμη. Παράλληλα εύχονταν και αυτοί την κατάρρευση της απαρχαιωμένης πια απόλυτης μοναρχίας.

Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄, ο οποίος, μαζί με τη βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα και τους αυλικούς του  ζούσε μέσα στη χλιδή στα ανάκτορα των Βερσαλλιών, εξαγριώνοντας ακόμα περισσότερο τον κόσμο που πεινούσε, είχε ελπίσει ότι η σύγκληση των Γενικών Τάξεων (États Généraux) θα κατεύναζε τα πνεύματα. Αυτό όμως δεν έγινε, και τον Ιούνιο του 1789 οι εκπρόσωποι της τρίτης τάξης αυτοανακηρύχθηκαν σε Εθνική Συνέλευση και πρότειναν στους εκπροσώπους των άλλων τάξεων να συνεργαστούν. Πολλοί ευγενείς και κληρικοί προσαρτήθηκαν στην τρίτη τάξη. Οι εκπρόσωποι των τριών τάξεων ενώνουν τις δυνάμεις τους στην Αίθουσα του Σφαιριστηρίου και ζητάνε Σύνταγμα.  

Στις 9 Ιουλίου, μετά την προσχώρηση στην τρίτη τάξη μεγάλου αριθμού ευγενών και κληρικών, η Συνέλευση ανακηρύχθηκε σε Συντακτική (Assemblée Constituante). Ανήσυχος, ο Βασιλιάς αποφασίζει να προσφύγει στη χρήση στρατιωτικής βίας για να τη διαλύσει. Οι εκπρόσωποί της καλούν τον κόσμο να τους υποστηρίξει. Όταν ο Λουδοβίκος απέλυσε για άλλη μια φορά τον υπουργό οικονομικών Νεκέρ που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στην αστική τάξη, ξέσπασαν οι πρώτες συγκρούσεις μεταξύ βασιλικών στρατευμάτων και λαού.

Στις 13 Ιουλίου, οδοφράγματα υψώνονται στους δρόμους του Παρισιού. Και στις 14 Ιουλίου, πλήθος κόσμου κατευθύνεται προς τη φυλακή της Βαστίλης, σύμβολο της βασιλικής εξουσίας και καταστολής. Μετά από κάποιες σύντομες συγκρούσεις, ο διοικητής  Ντε Λωνέ παραδίδει τα όπλα και κατεβάζει τη γέφυρα. Η φυλακή καταλαμβάνεται, ο διοικητής και οι φύλακες σφαγιάζονται και οι ελάχιστοι κρατούμενοι απελευθερώνονται. Μολονότι η πτώση της Βαστίλης έχει περάσει στην ιστορία και διδάσκεται από τα σχολικά εγχειρίδια ως μια μεγάλη και ένδοξη κατάκτηση, το ίδιο το γεγονός ξέρουμε πλέον ότι υπήρξε πολύ λιγότερο «φανταχτερό», καθώς η φυλακή δεν στέγαζε πια, τη μέρα της κατάληψής της, παρά εφτά κρατούμενους («τέσσερεις πλαστογράφους, έναν λιμπερτίνο και δυο τρελούς»). Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρία της εποχής, ο διοικητής της φυλακής αρνήθηκε να πυροβολήσει, παρόλ αυτά όμως καρατομήθηκε και οι εξεγερθέντες περιέφεραν το κεφάλι του στην άκρη μιας λόγχης. Την πτώση της Βαστίλης περιγράφει εξάλλου, το 1821 στο έργο του «Αναμνήσεις πέρα από τον τάφο» ο Σατωμπριάν, ο οποίος αναφέρει ότι «υπήρξα μάρτυρας της επίθεσης εναντίον εκείνων των λίγων απομάχων κι ενός ντροπαλού κυβερνήτη. Εάν είχαν κρατήσει τις πύλες κλειστές, ποτέ ο λαός δεν θα είχε εισβάλλει στο κτήριο». 

Η Άλωση της Βαστίλης αποτελεί ωστόσο τον «ιδρυτικό μύθο» της Γαλλικής Επανάστασης, η είδηση διαδόθηκε σε ολόκληρη τη χώρα και πολύ γρήγορα, η επανάσταση εξαπλώθηκε και γιγαντώθηκε. Και η συμβολική ισχύς της παραμένει, ακόμα και σήμερα, σημαντική και ιδιαίτερη.