H – καθόλου μικρή κι ευέλικτη – κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει 51 μέλη, έχει 21 εξωκοινοβουλευτικά στελέχη και έχει επίσης μόλις 5 γυναίκες, Διαθέτει πλεόνασμα τεχνοκρατών και τίτλων μεταπτυχιακής αριστείας, μαζί με υψηλές δόσεις πολιτικού μάρκετινγκ. Το – εγγύς – μέλλον θα δείξει εάν αυτό το μίγμα τεχνοκρατικής αριστείας και εσωκομματικών ισορροπιών μπορεί να παράξει και πολιτικό έργο πέραν του διαχειριστικού μάναζτμεντ, έως τότε όμως το εγχείρημα της «καινοτόμου διακυβέρνησης» θα μπορεί να προβάλλεται μέσω μικρών επικοινωνιακών τρικ.

Το πρώτο είναι η πανστρατιά των εξειδικευμένων υφυπουργών, 29 στον αριθμό, που η καινοτομία του ρόλου τους συνίσταται στο ότι δεν θα έχουν απλώς ένα γενικό πεδίο αρμοδιοτήτων αλλά συγκεκριμένα projects με «μετρήσιμους στόχους» για να φέρουν εις πέρας. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται παρά για μια αναβάθμιση του ρόλου των θεματικών Γενικών Γραμματέων σε επίπεδο υφυπουργού. Το αυτό ισχύει και με την πολυδιαφημισμένη κατάργηση (με δύο εξαιρέσεις) των αναπληρωτών, αφού με βάση το «μοντέλο Μητσοτάκη», οι υφυπουργοί θα αναφέρονται απ’ ευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο και όχι στους προϊσταμένους τους υπουργούς – θα ισχύει δηλαδή ό,τι ίσχυε έως τώρα για τους αναπληρωτές.

Το δεύτερο τρικ είναι η μετατροπή του Μαξίμου σε… καγκελαρία – ήτοι, η οργάνωση του πρωθυπουργικού Γραφείου σε κέντρο αναφοράς και ελέγχου της διακυβέρνησης στο πρότυπο της γερμανικής καγκελαρίας, όπως θα προβλέπει το πρώτο νομοσχέδιο που θα φέρει η κυβέρνηση στην Βουλή. Στην πραγματικότητα, και εδώ δεν πρόκειται παρά για θεσμοθέτηση της ήδη γνωστής έως τώρα λειτουργίας του πρωθυπουργικού επιτελείου – με την έξυπνη ενδεχομένως κίνηση ότι αίρονται θεσμικά οι μύθοι και οι σκιές περί του ρόλου των περίφημων «υπογείων του Μαξίμου».

Πέραν τούτων, η συγκρότηση του υπουργικού συμβουλίου Μητσοτάκη δεν ήταν παρά η επιβεβαίωση της εγκατάστασης του νεοφιλελεύθερου δόγματος στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής και η συνάντηση του πολιτικού μάρκετινγκ με τις απαιτήσεις των ιστορικών οικογενειών – και βαρονιών – της ΝΔ.

Ως προς το πρώτο σκέλος, οι τοποθετήσεις του Θεόδωρου Σκυλακάκη και του Γιώργου Ζαββού στις θέσεις των υφυπουργών για την Δημοσιονομική Πολιτική και για το Χρηματοπιστωτικό Σύστημα αντίστοιχα, είναι ενδεικτικές της φιλοσοφίας της κυβέρνησης. Ο κ. Σκυλακάκης, συνοδοιπόρος του Στέφανου Μάνου κι αργότερα πρόεδρος της «Δράσης» και στενός συνεργάτης της Ντόρας Μπακογιάννη, θεωρείται εκφραστής της επιτομής των νεοφιλελεύθερων απόψεων στην δημοσιονομική πολιτική. Ο κ. Ζαββός είναι ο άνθρωπος που έχει μετάσχει στην διαμόρφωση των ευρωπαϊκών οδηγιών για τις τράπεζες και στον ανασχεδιασμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Σλοβακίας, και πλέον θα αναλάβει τον εύφλεκτο φάκελο των τραπεζικών κόκκινων δανείων.

Στις αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις στο ευρύτερο οικονομικό επιτελείο σημειώνεται και η στελέχωση του υπουργείου Εργασίας. Ο νέος – και παλαιός – υπουργός Γιάννης Βρούτσης είναι εκείνος που χαρακτήριζε «επικίνδυνη αυταπάτη» τον κατώτατο μισθό των 750 ευρώ, ο δε υφυπουργός Νότης Μηταράκηςβαρύνεται ο ίδιος ως εργοδότης με καταδίκη για αδήλωτη εργασία.

Στην εσωκομματική σημειολογία του κυβερνητικού σχήματος οι πρώτες καραμπόλες ήταν ενδεικτικές των δύσκολων ισορροπιών που καλείται να υπηρετήσει ως πρωθυπουργός ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Η πλέον ηχηρή περίπτωση ίσως ήταν εκείνη της Ολγας Κεφαλογιάννη. Της προτάθηκε το υπουργείο Τουρισμού, εκείνη επέμεινε να πάρει μαζί και το Πολιτισμού και όταν η απαίτηση δεν έγινε δεκτή, επέλεξε να μείνει εκτός κυβέρνησης. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι και το επίμονο αίτημα της κυρίας Κεφαλογιάννη και η επίμονη άρνηση του πρωθυπουργού σχετίζονταν και με την τύχη της επένδυσης του Ελληνικού.

Στην επιμονή άλλης εσωκομματικής βαρονίας, εκείνης του σαμαρικού μπλοκ, αποδίδεται και η τελική υπουργοποίηση του Μάκη Βορίδη έστω και στο σχετικά «χαμηλόβαθμο» υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Μέχρι αργά το βράδυ της Κυριακής οι πληροφορίες έφεραν τον Μάκη Βορίδη «κομμένο» από την κυβέρνηση καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ήθελε δύο στελέχη της σκληρής ακροδεξιάς πτέρυγας (μαζί με τον Αδωνι Γεωργιάδη) εντός της κυβέρνησής του. Οι πληροφορίες, ωστόσο, αναφέρουν ότι η απαίτηση Σαμαρά τέθηκε με τελεσιγραφικό τρόπο.

Από καραμπόλα βρέθηκαν στα υπουργεία Δικαιοσύνης και Αμυνας και οι Κώστας Τσιάρας και Νίκος Παναγιωτόπουλος αντίστοιχα, καθώς κρίθηκε πως οι βλέψεις του Βασίλη Κικίλια είχαν «ψηλώσει» επικίνδυνα – αγγίζοντας και ηγετικό ορίζοντα – και ως εκ τούτου εστάλη τελικά στο υπουργείο Υγείας αντί του Πενταγώνου…