Μπαίνοντας στον καυτό Ιούλιο και τρεις ημέρες πριν τις εκλογές, έξι νέες ταινίες και πέντε επανεκδόσεις έρχονται να δοκιμάσουν την τύχη τους στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το γεγονός της εβδομάδας σίγουρα η επανέκδοση, σε νέες κόπιες, του υποτιμημένου αριστουργήματος του Τσάρλι Τσάπλιν «Ο Κύριος Βερντού» (1947). Από κοντά και η κορυφαία δημιουργία του Μπερτολούτσι «Ο Κονφορμίστας» (1970), ενώ από τις νέες αφίξεις ξεχωρίζει το «Spider-Man: Μακριά από τον Τόπο του».

«Spider-Man: Μακριά από τον Τόπο του»

(«Spider-Man: Far from Home») Περιπέτεια φαντασίας, αμερικάνικης παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Τζο Βατς, με τους Τομ Χόλαντ, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Ζεντάγια, Κόμπι Σμάλντερς, Τζον Φαβρό, Μαρίσα Τομέι κα.

Ο Spider-Man επιστρέφει, αυτή τη φορά, όμως, όχι για να κάνει επίδειξη των υπερηρωϊκών του δυνατοτήτων, αλλά κυρίως ως μία νεανική κωμωδία, με περισσότερο εμφανή τα χαρακτηριστικά ενός νέου της διπλανής πόρτας. Η Marvel κάνει μία έξυπνη κίνηση, ανανεώνοντας το εμπορικό της σήμα «Spider-Man» και πραγματοποιώντας ένα άνοιγμα και σε ένα κοινό που έχει αρχίζει να κουράζεται από τα συνεχή κατορθώματα των υπερηρώων της. Η ταινία είναι περισσότερο κωμωδία διαθέτοντας και μια εσάνς ρομαντισμού, η πλάκα στηρίζεται στα αστεία και ορισμένες ευχάριστες εκπλήξεις και όχι στον θορυβώδη σαματά και στα σπέσιαλ εφέ, ενώ μοιάζει περισσότερο με μια σχολική εκδρομή σε αξιοθέατα της Ευρώπης, από Βενετία και Πράγα μέχρι το Λονδίνο. Βεβαίως το φιλμ έχει και όλα αυτά που έκαναν τον Spider-Man έναν αγαπημένο ήρωα στο νεανικό κοινό, αλλά με μια δοσολογία που επιτρέπει να δούμε τον ήρωα κάτω από τη εμβληματική στολή.

Συμπαθής ο νεαρός Τομ Χόλαντ στον βασικό ρόλο, ενώ ο Σάμιουελ Τζάκσον, στο ρόλο του Φιούρι, παίρνει περισσότερο χρόνο, προς όφελος της ταινίας, η οποία θα ικανοποιήσει απόλυτα τους λάτρεις του είδους και σίγουρα δεν θα απογοητεύσει αυτούς που θέλουν να ξεσκάσουν μαζί με μία μπύρα και κάτι αλμυρό..

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.. Ο φιλικός και παιδί-της-διπλανής-πόρτας υπέρ-ήρωας αποφασίζει να ακολουθήσει τους φίλους του Νεντ, MJ και την υπόλοιπη «τάξη» σε διακοπές στην Ευρώπη. Αν και τα σχέδια του Πίτερ είναι να αφήσει για λίγο πίσω του τις υπέρ-ηρωικές του ενασχολήσεις, ξαφνικά θα χαλάσουν όταν θα χρειαστεί να βοηθήσει τον Νικ Φιούρι και μαζί να ξεσκεπάσουν το μυστήριο επιθέσεων περίεργων πλασμάτων, που προκαλούν το χάος στην ήσυχη ήπειρο.

«Διακοπές στη Βενετία»

(«Venice Calling») Δραματική κομεντί, γαλλικής παραγωγής του 2018, σε σκηνοθεσία Ιβάν Καλμπεράκ, με τους Μπενουά Πελβούρντ, Βαλερί Μπονετόν, Ελί Τονά, Γιουτζίν Μαρκούς, Ζιζί Λεντρόν κα.

Ακόμη μία γαλλική κομεντί, απ’ αυτές που μας έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια, σε έναν άτυπο ανταγωνισμό με τις αμερικάνικες υπερηρωϊκές ταινίες (ποιος θα βγάλει τις περισσότερες). Σαφώς και η ταινία, που βασίζεται στο διάσημο ομώνυμο ευπώλητο και που μεταφέρθηκε και στο θέατρο, βλέπεται σχετικά ευχάριστα, έχει τις κωμικές και δραματικές στιγμές της, έναν ικανότατο πρωταγωνιστή, ένα τραβηχτικό θέμα, αυτό μιας αντισυμβατικής οικογένειας, αλλά τελικά μένεις με την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και της αίσθησης ότι κάπου τα έχεις ξαναδεί όλα αυτά, πιθανότατα και σε καλύτερη έκδοση.

Ίσως να φταίνε οι μέτριες επιδόσεις του σκηνοθέτη ή τα αστεία, που τα περισσότερα είναι δοκιμασμένα και τους λείπει η πρωτοτυπία. Ακόμη, ίσως να ευθύνονται οι εξωπραγματικοί χαρακτήρες, βγαλμένοι από κόμικς, ή ακόμη και τη μανιέρα που κυριαρχεί. Σίγουρα όμως είναι η αδυναμία του σκηνοθέτη να μιλήσει σε βάθος για τη δύναμη της αγάπης και τις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, να σχολιάσει μια κοινωνία που δεν αντέχει πέρα από τα στερεότυπα και προκαταλήψεις.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.. Ο 14χρονος Εμίλ παλεύει να μεγαλώσει φυσιολογικά, αλλά βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα παλιό τροχόσπιτο, όπου ζει με τον αλλοπρόσαλλο, μεγαλύτερο αδελφό του και τους ανορθόδοξους γονείς του, ένα εκκεντρικό ζευγάρι που βρίσκει πάντα τρόπο να τον φέρνει σε δύσκολη θέση. Όταν η Πολίν, ο μεγάλος του έρωτας από το σχολείο, τον προσκαλεί στο κονσέρτο της στη Βενετία, ο πατέρας ανακοινώνει ότι πρόκειται για την τέλεια ευκαιρία να κάνουν ένα οικογενειακό ταξίδι. Με προορισμό τη Βενετία, αυτή η δυσλειτουργική ομάδα ξεκινάει ένα ταξίδι με το τροχόσπιτο, που θα εξελιχθεί σε μία απίστευτη καταλυτική περιπέτεια.

«Γκλόρια»

(«Gloria Bell») Δραματική ταινία, αμερικάνικης και χιλιανής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Σεμπάστιαν Λέλιο, με τους Τζούλιαν Μουρ, Τζον Τορτούρο, Μάικλ Σέρα κα.

Τέτοια ένδεια λοιπόν; Ο Χιλιανός σκηνοθέτης Σεμπάστιαν Λέλιο, ο οποίος με το δραματικό φιλμ «Μια Φανταστική Γυναίκα» κέρδισε το 2017 το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, εδώ κάνει το ριμέικ της δικής του ταινίας «Gloria» (2013), σε αμερικάνικη παραγωγή, αντικαθιστώντας την αξιόλογη Παουλίνα Γκαρσία, με την Τζούλιαν Μουρ, που πάει από το κακό στο χειρότερο.

Έτσι, η αμερικάνικη βερσιόν, σβήνει τα ενδιαφέροντα στοιχεία της πρώτης ταινίας, με το πολυσύνθετο χαρακτήρα της ηρωίδας και κρατώντας μόνο τις μελοδραματικές καταστάσεις, ενώ το σενάριο είναι αποσπασματικό, δημιουργώντας απορίες για το τι θέλει να πει ο ποιητής.

Προφανώς και ο Λέλιο ήθελε να μιλήσει, για μια ακόμη φορά, για τη γυναικεία αυτοπεποίθηση και τη χειραφέτηση, αλλά κατέληξε να κινηματογραφεί χρησιμοποιώντας όλα τα κλισέ του είδους, να ξεπέφτει σε γραφικότητες, όπως στην απαγγελία του ποιήματος του Τουρτούρο προς την Μουρ και σχόλια επί παντός επιστητού, από την οπλοκατοχή μέχρι την ανατροφή των παιδιών.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.. Η διαζευγμένη Γκλόρια είναι ένα ελεύθερο πνεύμα που περνάει τις μέρες της σε μία συντηρητική δουλειά γραφείου και τις νύχτες της σε χορευτικές πίστες σε διάφορα κλαμπ, όπου ξεδίνει χορεύοντας. Μετά τη γνωριμία της με τον Άρνολντ σε μία νυχτερινή έξοδο της, βρίσκεται να ζει έναν αναπάντεχο έρωτα, με όλες τις χαρές και τις επιπλοκές των ραντεβού, της αναζήτησης ταυτότητας της και της οικογένειας.

«Διακοπές στην Ίμπιζα»

https://www.youtube.com/results?search_query=Ibiza+trailer

(«Ibiza») Κωμωδία, γαλλικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Αρνό Λεμόρτ, με τους Κριστιάν Κλαβιέ, Ματίλντ Σενιέ, Λεοπόλντ Μπουγκσμπάουμ, Πίλι Γκρουν, Τζόι Σταρ, Ολιβιέ Μαρσάλ κα.

Καθαρή κωμωδία καταστάσεων, που θέλει να γελάσουμε με το μαζικό τουρισμό, βάζοντας στο στόχαστρο ένα διάσημο προορισμό, όπως είναι η Ίμπιζα, στηριζόμενη στον γνωστό και ικανό κωμικό Κριστιάν Κλαβιέ («Θεέ μου, τι σου Κάναμε;», «Αστερίξ και Οβελίξ: Επιχείρηση Κλεοπάτρα»), αλλά και στην άπλετη προσφορά για οπτική απόλαυση αιθέριων πλασμάτων, που λιώνουν κάτω από τον καυτό μεσογειακό ήλιο. Η ταινία του Λεμόρτ, μπορεί να έχει καλές στιγμές, να έχει πλάκα, χωρίς να κρεμάει (σε αυτό τη βοηθάει και η σύντομη διάρκειά της), αλλά μάλλον οι περισσότεροι θεατές έχουν να διηγηθούν πολύ πιο ωραίες και ευφάνταστες πλάκες από διακοπές και ειδικά σε τουριστικούς προορισμούς που στηρίζονται στη μαζικότητα.

Ο Κλαβιέ ξεπετά με ευκολία και επάρκεια τον ρόλο του, ενώ μάλλον μένει χωρίς ιδιαίτερη στήριξη από το υπόλοιπο καστ, το οποίο μοιάζει να το πήραν από το διπλανό γύρισμα μιας σαπουνόπερας.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.. Ο Φιλίπ και η Καρόλ, διαζευγμένοι και οι δύο, γνωρίζονται και ερωτεύονται τρελά. Προσπαθώντας να κερδίσει τα δύο νεαρά παιδιά της συντρόφου του, ο Φιλίπ είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα. Έτσι, θα κάνει μια συμφωνία με τον μεγαλύτερο γιο της: εάν γράψει καλά στις εξετάσεις του και πάρει το απολυτήριο, θα επιλέξει εκείνος τον προορισμό των φετινών διακοπών. Κι αυτός, δεν θα είναι άλλος από την ..Ίμπιζα. Για τον Φιλίπ, που είναι συνηθισμένος σε ήρεμες διακοπές, αυτό θα είναι μόνο η αρχή πολλών εκπλήξεων και ακόμα περισσότερων ξεκαρδιστικών καταστάσεων στο νησί των χιλιάδων τουριστών και των ατέλειωτων πάρτι.

«70 Πεντακοσάρικα»

(«70 Big Ones») Θρίλερ δράσης, ισπανικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Κόλντο Σέρα, με τους Έμα Σουάρεζ, Χιούγκο Σίλβα, Ντάνιελ Περέζ Πράντα, Νάταλι Πόζα κα.

Ισπανικό θρίλερ, με φόντο μια ληστεία τράπεζας, σε σκηνοθεσία του Κόλντο Σέρα και στην παραγωγή ο γνωστός Άλεξ ντε λα Ιγκλέσια. Όχι τίποτα ιδιαίτερο, αλλά σίγουρα η ταινία, για το είδος της, είναι καλοκουρδισμένη, έχει νεύρο και την απαραίτητη ένταση, αλλά το θέμα της πάσχει από πρωτοτυπία, ενώ οι υπερβολικά πολλές ανατροπές, μάλλον αποδυναμώνουν το σενάριο και το τελικό αποτέλεσμα.

Η πρωταγωνίστρια Έμα Σουαρέζ, στο ρόλο της απελπισμένης μάνας που φτάνει μέχρι τη ληστεία, για να σώσει την κόρη της, δίνει μια ιδιαιτέρως αξιόλογη ερμηνεία, καθώς καταφέρνει πέρα από το δραματικό στοιχείο του χαρακτήρα της να διατηρήσει μέχρι τέλους και το μυστήριο που την περιβάλλει στην ιστορία.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.. Η Ρακέλ πρέπει, πάση θυσία, να βρει 35.000 ευρώ μέσα σε 24 ώρες, για ένα ζήτημα ζωής και θανάτου, που αφορά το παιδί της. Μετά από πολλές αρνήσεις δανειοδότησης από διάφορες τράπεζες, έχει επιτέλους κατορθώσει να πείσει μια τράπεζα να της δώσει το δάνειο. Για κακή της τύχη, στο συγκεκριμένο υποκατάστημα πραγματοποιείται ένοπλη ληστεία. Τώρα η Ρακέλ θα πρέπει να φανεί πολύ πιο έξυπνη από τους ληστές προκειμένου να μπορέσει να εξασφαλίσει τα χρήματα. Και βέβαια, όταν μια μάνα έχει να σώσει το παιδί της, ακόμα και οι πλέον τρομακτικές απειλές δεν πρόκειται να την πτοήσουν.

«McQueen»

(«McQueen») Ντοκιμαντέρ, βρετανικής παραγωγής του 2018, σε σκηνοθεσία Ιαν Μπονοτέ και Πίτερ Ετεντγκουί.

Πληθαίνουν συνεχώς τα ντοκιμαντέρ που πλέον αρχίζουν να μοιάζουν με τις φωτογραφίες, τώρα που με τα «έξυπνα» κινητά τηλέφωνα βγάζει ο καθένας χιλιάδες τις οποίες αποθηκεύει χωρίς σχεδόν ποτέ να τις ξαναδεί, εν αντιθέσει με τις παλιότερες εποχές που το φιλμ κόστιζε και το κάθε κάδρο έπρεπε να έχει την αξία του, για να αποτυπωθεί. Με άλλα λόγια, το ντοκιμαντέρ για τον αμφιλεγόμενο μόδιστρο υψηλής ραπτικής, Αλεξάντερ ΜακΚουίν, πέρα από το όποιο εικαστικό του ενδιαφέρον, είναι εντελώς αδιάφορο, στα όρια του ενοχλητικού, που απευθύνεται αποκλειστικά στους λάτρεις της υψηλής ραπτικής, των ντεφιλέ, αυτών που αποθεώνουν τον κόσμο της ματαιοδοξίας και της άσκοπης προκλητικότητας και εντέλει στους επαγγελματίες του είδους (άλλωστε δεν είναι και Αρμάνι ή Ντιόρ).

Στο φιλμ, μέσα από συνεντεύξεις από τους πιο στενούς φίλους του και μέλη της οικογένειάς του, εικόνες από επιδείξεις μόδας, μουσική, οι δημιουργοί του επιχειρούν να φτιάξουν ένα εγκώμιο για τον ΜακΚουίν, αλλά και ενός πολιτισμού που βρίσκεται σε παρακμή.

Ο Αλεξάντερ ΜακΚουίν, που γρήγορα έφτασε ψηλά στον περίεργο κόσμο της υψηλής ραπτικής και αυτοκτόνησε στα 40 του, αφήνοντας ένα σημείωμα («προσέξτε τα σκυλιά μου, σας αγαπώ») και 50.000 λίρες στον αγαπημένο του σκύλο, ήταν απ’ τους μόδιστρους που άφησαν πίσω τους μια μόδα προκλητικότητας, πολλές φορές φτηνής αισθητικής και ρούχων που μάλλον δεν αναδείκνυαν τη γυναικεία ομορφιά. Αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιτα…

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ

«Ο Κύριος Βερντού»

(«Monsieur Verdoux») Αστυνομική δραματική κωμωδία, αμερικάνικης παραγωγής του 1947, σε σκηνοθεσία Τσάρλι Τσάπλιν, με τους Τσάρλι Τσάπλιν, Μάρθα Ρέι, Γουίλιαμ Φρόλεϊ, Ρόμπερτ Λιούις κα.

Να μια ευκαιρία για τους νεότερους και όλους όσοι δεν έχουν δει το υποτιμημένο αριστούργημα του Τσάρλι Τσάπλιν. Μία μαύρη, κατάμαυρη κωμωδία, μια απαισιόδοξη ιδεολογική προσέγγιση για την ανθρωπότητα, το ρόλο των οικονομικά ισχυρών, την πολεμική βιομηχανία, τις τράπεζες, το μεσοαστικό εφησυχασμό, το βίδωμα των εργαζομένων στα γρανάζια του συστήματος, το πρόσωπο του καπιταλισμού και τις ΗΠΑ, σε νέες αποκατεστημένες κόπιες. Ένα φιλμ, που παρά τις εξαιρετικά λεπτές και διαπεραστικές κωμικές στιγμές του, είναι βαθιά απαισιόδοξο, αφήνοντας μία μικρή χαραμάδα φωτός, αλλά τόσο μελαγχολική, που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για κάποια μικρή αισιοδοξία.

Έχουν περάσει πάνω από 70 χρόνια από την πρώτη προβολή της ταινίας και όπως όλα τα μεγάλα έργα, επιβεβαιώνεται χρόνο με το χρόνο. Μπορεί να μην έχουμε έναν Μεγάλο Πόλεμο εδώ και 75 χρόνια, αλλά έχουμε χιλιάδες μικρούς και πολλαπλάσια θύματα, πολλά απ’ τα οποία έχουν ένα βασανιστικό αργό τέλος. Γιατί τελικά επικράτησαν όλα αυτά που είχε δει και προβλέψει ο κορυφαίος διορατικός καλλιτέχνης, ο άνθρωπος που δεν κάθισε ποτέ ήσυχος δεν γονάτισε στο σύστημα και στο Χόλυγουντ. Άλλωστε αυτή η ταινία ήταν και η πικρή γουλιά που ξεχείλισε το ποτήρι της αμερικάνικης άρχουσας τάξης και ανάγκασε τον Τσάπλιν να φύγει για πάντα από τις ΗΠΑ.

Η ιστορία, ενός χαριτωμένου άνδρα, που έχει απολυθεί μετά από 30 χρόνια δουλειάς από την τράπεζα, λόγω της οικονομικής κρίσης, για να φροντίσει την οικογένειά του, γνωρίζει διάφορες γυναίκες με κάποιο κομπόδεμα, τις οποίες ξεπαστρεύει και οικειοποιείται τα χρήματά τους, βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Γάλλου δολοφόνου Ντεζιρέ Λαντρού και σε μια ιδέα του Όρσον Γουέλς, ο οποίος μάλιστα είχε προτείνει στον Τσάπλιν να πρωταγωνιστήσει ο ίδιος. Με αφορμή την περίεργη αυτή ιστορία, ο Τσάρλι Τσάπλιν εξαπολύει μία δριμεία κριτική προς τις ΗΠΑ και την επιλογή να χρησιμοποιήσει τις ατομικές βόμβες («αν σκοτώσεις λίγους ανθρώπους είσαι δολοφόνος, αν σκοτώσεις εκατομμύρια είσαι ήρωας»), να βασίσει την οικονομική της ανάπτυξη πάνω στον τρόμο και στην πολεμική βιομηχανία, ενώ ταυτόχρονα να καυτηριάσει και πολλά απ’ τα κακώς κείμενα των Ηνωμένων Πολιτειών. Με λίγα λόγια ένας συνδυασμός μεταξύ μαύρης κωμωδίας και δράματος, που ξεπερνά κάθε προσδοκία, λόγω της σκηνοθετικής μαεστρίας και της ιδιοφυούς ερμηνείας του Τσάπλιν, ο οποίος εκτός από σκηνοθεσία, σενάριο και ερμηνεία, υπογράφει και τη μουσική και την παραγωγή! Ακόμη μία ταινία του Τσάπλιν, που ανήκει στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, χωρίς εισαγωγικά και τις υπερβολές της εποχής μας.

«Ο Κομφορμίστας»

(«Il Conformista») Δραματική ταινία, ιταλογαλλικής παραγωγής του 1970, σε σκηνοθεσία Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, με τους Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Στεφανία Σαντρέλι, Ντομινίκ Σαντά, Υβόν Σανσόν, Πιέρ Κλεμεντί, κ.ά.

Το κορυφαίο αριστούργημα του φημισμένου Ιταλού δημιουργού και μία από τις γοητευτικότερες πολιτικές ταινίες όλων των εποχών, που αν και σε λίγο συμπληρώνει μισού αιώνα ζωής δείχνει πάντα φρέσκια, πάντα επίκαιρη. Ένα φιλμ, στο οποίο μιλάει για τον φασισμό και τους ανθρώπους που δούλεψαν γι’ αυτόν, δίχως να κρατά ούτε μια στάλα συμπάθειας για τον ήρωά του, ένα θλιβερό υποκείμενο που θα ξύσει τον πάτο της απανθρωπιάς. Ένα ρόλο τον οποίο υποδύεται ανεπανάληπτα ο συγκλονιστικός Ζαν Λουί Τρεντινιάν, στην καλύτερη κινηματογραφική εμφάνιση της ζωής του.

Όταν γύριζε την ταινία ο Μπερτολούτσι («1900». «Η Στρατηγική της Αράχνης») ήταν μόλις 28 ετών και επιτέλους ξέφευγε από την επιρροή του Γκοντάρ, βρίσκοντας τη δική του εκατό τοις εκατό κινηματογραφική ματιά. Ο σκηνοθέτης, που βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Αλμπέρτο Μοράβια, ακολουθεί με την κάμερά του τον πράκτορα της μυστικής αστυνομίας του Μουσολίνι, ο οποίος ταξιδεύει στο Παρίσι, για να φέρει εις πέρας μια αποστολή δολοφονίας ενός παλαιού καθηγητή του. Ένα ταξίδι που εξελίσσεται σε ψυχογράφημα του ήρωα, κάνοντας χρήση εκτεταμένων φλας μπακ, για να αποκαλύψει τις τραυματικές εμπειρίες που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του, αλλά και τα γεγονότα που τον στιγμάτισαν. Είναι ένας δειλός, μεσοαστικής καταγωγής, που θέλει να ζήσει μια φυσιολογική ζωή και γι’ αυτό είναι πρόθυμος να κάνει οτιδήποτε για να επιπλεύσει σαν περίττωμα στον αφρό ενός συστήματος εξουσίας που κυριαρχεί. Μια σημαντική παρατήρηση του σκηνοθέτη με διαχρονική αξία, δυστυχώς.

Μη γελιόμαστε, ο Μπερτολούτσι μιλάει για το απεχθές παρελθόν των Ιταλών, που ένα τεράστιο πλήθος ακολούθησε την πόζα και τις φανφάρες του Μουσολίνι και ένα σημαντικό κομμάτι μπήκε στα γρανάζια της μηχανής του φασισμού. Και το σημαντικότερο όχι για λόγους, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ιδεολογικοί, αλλά για λόγους αποκλειστικής υστεροβουλίας.

Η ταινία όμως αποτελεί και κινηματογραφική εμπειρία, με τον Μπερτολούτσι να παραδίδει μαθήματα σκηνοθεσίας, σεκάνς να μένουν για πάντα στη μνήμη και από κοντά τον φημισμένο Βιτόριο Στοράρο να κάνει θαύματα ως διευθυντής φωτογραφίας.

Ο Τρεντινιάν, άψογος, με ένα βλέμμα του δίνει όλο τον ψυχισμό του ήρωα, ενώ από κοντά και οι Ντομινίκ Σαντά, Στεφάνια Σαντρέλι και Πιέρ Κλεμεντί.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.. Ρώμη, δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μαρσέλο (Ζαν Λουί Τρεντινιάν) ζει μια απόλυτα συμβατική ζωή. Δουλεύει για το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, είναι παντρεμένος με μία μικροαστή αλλά κοινωνικά αποδεκτή γυναίκα και πηγαίνει στην εκκλησία σε τακτά διαστήματα. Ο Μαρσέλο θα βρεθεί όμως αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του όταν θα του ζητήσει το αφεντικό του να σκοτώσει έναν πρώην καθηγητή του. Έτσι όσο περνάει ο καιρός αντιλαμβάνεται πως δεν πρόκειται μόνο για μια πολιτική επιλογή, αλλά για συμμετοχή σε πράξεις βίας, καταπίεσης και κοινού εγκλήματος.

«Αγαπημένο μου Ημερολόγιο»

(«Caro Diario») Δραματική κομεντί, ιταλογαλλικής παραγωγής του 1993, σε σκηνοθεσία Νάνι Μορέτι, με τους Νάνι Μορέτι, Τζιοβάνα Μπότσολο, Τζένιφερ Μπιλς, Μάρκο Παολίνι, Κάρλο Ματζακουράτι κα.

Εξαιρετική αυτοβιογραφική σπονδυλωτή ταινία του Νάνι Μορέτι, με τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο και το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών του 1993. Ένα φιλμ αποκαλυπτικό για τη χώρα του Μπερλουσκόνι και του επιφανειακού, νοσταλγική για την Ιταλία που χάνεται, διασκεδαστική και μαζί δραματική, αλλά κυρίως ανθρώπινη. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ουσιαστικά η συμπρωταγωνίστριά του είναι μία βέσπα, το αγαπημένο μεταφορικό μέσο των Ιταλών, μετά τον πόλεμο, που προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους και να κάνουν το ιταλικό στιλ και το «made in Italy» συνώνυμο του καλού γούστου και της καλής ζωής.

Η ταινία του, που είναι σαφώς επηρεασμένη από την κλασική πικρή κωμωδία του Ντίνο Ρίζι «Ο Φανφαρόνος», με τον Βιτόριο Γκάσμαν να τρέχει στην άδεια Ρώμη με την ξεσκέπαστη Alfa Romeo του, χωρίζεται σε τρία μέρη: Στο πρώτο, βολτάρει πάνω στη βέσπα του τη Ρώμη, κάνοντας την κάμερά του τα μάτια του. Σε μια σκηνή παρακολουθούμε να βασανίζουν έναν κριτικό που ενθουσιάστηκε από την εκτρωματική αμερικάνικη ταινία «Χένρι, το πορτραίτο ενός δολοφόνου» και στην αμέσως επόμενη σκηνή να μεταφερόμαστε στον τόπο δολοφονίας του Παζολίνι. Είναι φανερό ότι ο Μορέτι καυτηριάζει τον ηθικό ξεπεσμό της ιταλικής διανόησης και δεν κρύβει τη βαθιά μελαγχολία του.

Στο δεύτερο μέρος, ταξιδεύει στα νησιά, από τα πιο κοσμικά μέχρι αυτά που ζουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Από τη μια η ματαιοδοξία, ο πνευματικός εκφυλισμός, η αποσάθρωση της κοινωνίας και η δύναμη της τηλεόρασης και απ’ την άλλη, η απλότητα της ζωής, που κινδυνεύει από την τρέλα του τουρισμού, της επιτυχίας και των νέων στερεότυπων, που χτίζονται με μανία από την αδηφαγία της άρχουσας τάξης.

Τέλος, στο τρίτο μέρος, εξιστορεί την κωμικοτραγική περιπέτεια υγείας που πέρασε ο ίδιος και τις απίστευτες πλάκες που του έτυχαν με κάθε λογής ιατρικές αυθεντίες, μέχρι να διαγνωστεί με καρκίνο και να θεραπευθεί.

Ο Μορέτι αν και κάνει μία βιογραφική ταινία, δεν ομφαλοσκοπεί αλλά μέσα από τη διακριτική απαισιοδοξία του προχωρά σε μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα, απευθυνόμενος σε ανθρώπους που αγωνιούν για το μέλλον αυτού του κόσμου, ο οποίος μοιάζει απειλητικότερος από ποτέ. Η εξαίσια μουσική είναι το Νικόλα Πιοβάνι.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.. Κεφάλαιο 1: Στη Βέσπα. Ο Νάνι Μορέτι εξοργισμένος από το κεντρικό μήνυμα μιας ταινίας που βλέπει στον κινηματογράφο για τη γενιά του, παίρνει τη βέσπα και τριγυρνά στη σχεδόν έρημη καλοκαιρινή Ρώμη.

Κεφάλαιο 2: Νησιά. Αναζητώντας την ηρεμία για να γράψει το σενάριο της επόμενης ταινίας του, ο Νάνι Μορέτι επισκέπτεται το συνεργάτη του Τζεράρντο, έναν καθηγητή φιλοσοφίας που έχει από καιρό μετακομίσει στο Λίπαρι, την πρωτεύουσα των απομονωμένων Αιολίδων Νήσων. Σε αντίθεση όμως με όσα προσδοκούσε, συναντά ένα Λίπαρι στους ρυθμούς της τουριστικής ανάπτυξης, πολύβουο και γεμάτο αυτοκίνητα.

Κεφάλαιο 3: Γιατροί. Η ιστορία, στο ξεκίνημα της οποίας ο Νάνι Μορέτι διευκρινίζει ότι είναι απολύτως αληθινή, ξεκινά με τον σκηνοθέτη να προσπαθεί να ανακαλύψει από τι πάσχει μέσα από ξεκαρδιστικές ιστορίες με γιατρούς.

«Μια Ζωή Ταλαιπωρία»

(«What Have I Done to Deserve This?») Κωμωδία, ισπανικής παραγωγής του 1984, σε σκηνοθεσία Πέδρο Αλμοδοβάρ, με τους Κάρμεν Μάουρα, Λουί Ολαστότ, Άγχελ ντε Άντρες Λοπέζ, Βερόνικα Φορκέ κα.

Από τις πρώτες ταινίες του Ισπανού σκηνοθέτη, μια ξέφρενη κωμωδία, με το βιτριολικό χιούμορ του Αλμοδοβάρ σε όλη τη διάστασή του να διαπερνά το πορτραίτο μίας παράξενης και δυσλειτουργικής οικογένειας στη Μαδρίτη. Ο Αλμοδοβάρ, που έχει πολλούς θαυμαστές και στη χώρα μας, εδώ ξαναμπαίνει στον κόσμο της κοινωνικής μαύρης κωμωδίας, με μία οξεία ματιά και μία κοφτερή ανατρεπτική σκηνοθετική φόρμα, που πολλές φορές ξεπερνά τα όρια και φτάνει στο γκροτέσκο. Η ταινία καταπιάνεται με μια οικογένεια που έχει διαβρωθεί από τους καταπιεστικούς εσωτερικούς μηχανισμούς της, ενώ η υπερβολική παρουσίασή της φανερώνει έναν κόσμο σε υστερία, που δεν μπορεί να διαχειριστεί τους πόνους και τα τραύματά της. Και μέσα από αυτή την ιστορία ταυτόχρονα ο Αλμοδοβάρ γκρεμίζει τα στερεότυπα και την μικροαστική ηθική, αγκαλιάζοντας με συμπάθεια τους ήρωές του και ειδικότερα τις ηρωίδες του, με τις οποίες ταυτίζεται περισσότερο. Με λίγα λόγια το αγαπημένο σύμπαν του Αλμοδοβάρ, που θα λατρέψουν οι θαυμαστές του και θα αφήσει αδιάφορους ή θα ενοχλήσει τους υπόλοιπους.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η Γκλόρια είναι μια ταλαιπωρημένη νοικοκυρά, μένει σ’ ένα διαμέρισμα 40 τετραγωνικών στα περίχωρα της Μαδρίτης κι είναι υποχρεωμένη να ξενοδουλεύει για να συμπληρώσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Με τον άντρα της, Αντόνιο, έναν ταξιτζή, δεν υπάρχει ίχνος επικοινωνίας. Ο Αντόνιο, πρώην εραστής μιας γερμανίδας καλλιτέχνιδας, πήρε μέρος στην πλαστογράφηση κάποιων ερωτικών επιστολών που υποτίθεται ότι είχε γράψει ο Χίτλερ. Ο 12χρονος γιος τους, Μιγκέλ, είναι ομοφυλόφιλος και με χαρά δέχεται να «υιοθετηθεί» από έναν παιδεραστή οδοντίατρο. Ο 14χρονος γιος τους, Τόνι, πουλά ηρωίνη για ν’ αγοράσει ένα αγρόκτημα στην εξοχή. Το ίδιο όνειρο έχει και η γιαγιά, που έχει ως κατοικίδιο μια τεράστια σαύρα. Η Γκλόρια είναι γειτόνισσα με την Κριστάλ, μια καλόκαρδη πόρνη που θέλει να πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα κάνει καριέρα ως ηθοποιός, και τη Χουανί, μια στριμμένη νοικοκυρά που η κόρη της έχει τηλεκινητικές ικανότητες. Η Γκλόρια αναγκασμένη να δουλεύει 18 ώρες το 24ωρο, έχει εθιστεί στις αμφεταμίνες, αλλά τις βρίσκει όλο και πιο δύσκολα χωρίς ιατρική συνταγή, κάτι που την κάνει φοβερά ευερέθιστη. Πρωταρχικός της στόχος είναι να βάλει σε τάξη στη ζωή της, ενώ όλα γύρω της καταρρέουν.

«Οι Πατριώτες»

(«Okraina») Αντιπολεμικό δράμα, ρωσικής παραγωγής του 1933, σε σκηνοθεσία Μπόρις Μπάρνετ, με τους Αλεξάντερ Κιστιάκοφ, Σεργκέι Κομάροφ, Γιελένα Κούτσμινα κα.

Εξαιρετικού ενδιαφέροντος αντιπολεμικό δράμα, για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που γύρισε ο Μπόρις Μπάρνετ στη χρυσή εποχή του σοβιετικού σινεμά, αλλά απέχει πολύ από το μεγαλείο του Αϊζενστάιν ή τον προσωπικό κινηματογράφο των Πουντόβκιν και Ντοβζένκο. Με λίγα λόγια, ταινία, που έχει υπέροχες στιγμές και που διακρίνεις την τεράστια έμπνευση του σκηνοθέτη, ο οποίος, ωστόσο, περιχαρακώνεται από τη σοβιετική προπαγάνδα, παρότι οι ήρωές του πολλές φορές βγαίνουν από το κάδρο της ιδεολογίας για να πατήσουν στη γη και να επιβιώσουν από την τρέλα του πολέμου. Ένα φιλμ που απευθύνεται στους φανατικούς σινεφίλ, στους λάτρεις της χρυσής εποχής του σοβιετικού κινηματογράφου, στους σπουδαστές σινεμά και στους επαγγελματίες του χώρου.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.. Σε μια μικρή πόλη σε ένα απομακρυσμένο τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, οι εργάτες των εργοστασίων, προσπαθούν να οργανωθούν κατά των ιδιοκτητών. Όταν έρχεται ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ενώνονται ως στρατιώτες του τσάρου στο Ανατολικό Μέτωπο. Ένα κορίτσι από τα μέρη, η Άγκα, δημιουργεί μια σχέση με έναν Γερμανό. . Η ταινία επικρίνει τους κερδοσκόπους του πολέμου και ενθαρρύνει τους εργαζόμενους να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον σε εθνικό επίπεδο. Το 1917, ο Τσάρος αναγκάζεται να παραιτηθεί μετά την Φεβρουαριανή Επανάσταση.

Χάρης Αναγνωστάκης