«Όσο αποκαλύπτονται και φωτίζονται οι αθέατες πλευρές του προγράμματος της ΝΔ και γίνονται αντιληπτά από τον κόσμο, τόσο θα μειώνεται η ψαλίδα ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και την ΝΔ και θα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις της ανατροπής του αποτελέσματος των ευρωεκλογών», δηλώνει στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Πάνος Σκουρλέτης. «Αυτή τη φορά ψηφίζουμε για την επόμενη κυβέρνηση, δεν στέλνουμε απλά μηνύματα. Ούτε βέβαια έχουμε την “πολυτέλεια” της αποχής», υπογραμμίζει.

Ο γραμματέας της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και υποψήφιος βουλευτής Επικρατείας τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «μέσα από μια δύσκολη και αντιφατική πορεία σταθεροποιήσαμε την οικονομία, διαχειριστήκαμε τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση μεταπολεμικά, βγήκαμε από την μνημονιακή επιτροπεία και βαδίζουμε για πρώτη φορά μετά από μια δεκαετία το δρόμο της ανάπτυξης». Θέτοντας το περιεχόμενο του διλήμματος “πρόοδος ή συντήρηση”, υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ότι «σήμερα λοιπόν είναι ρεαλιστικό να κάνουμε στοχευμένες φοροελαφρύνσεις που δεν θα υπονομεύουν τα δημόσια αγαθά της παιδείας και της υγείας», να ενισχυθούν κρίσιμοι τομείς του δημόσιου τομέα με νέο επιστημονικό δυναμικό. Στον αντίποδα καταλογίζει στη ΝΔ ότι με τις «αόριστες μεταρρυθμίσεις ως προϋπόθεση για μείωση φόρων» ετοιμάζει «πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων», «μεταρρυθμίσεις τύπου ΔΝΤ που αποκρούσαμε το προηγούμενο διάστημα και οδηγούν σε ομαδικές απολύσεις και σε κατάργηση του αφορολόγητου».

Ο κ. Σκουρλέτης αναφέρει στο Πρακτορείο πως δεν πιστεύει ότι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών συνιστά υπερψήφιση των θέσεων της ΝΔ, «τις οποίες άλλωστε προσπαθούν επιμελώς να τις αποκρύψουν» και κατηγορεί τον κ. Μητσοτάκη ότι γι΄ αυτό αρνείται «όπως ο διάολος το λιβάνι» μια αντιπαράθεση πρόσωπο με πρόσωπο με τον Αλέξη Τσίπρα. Ασκεί δε κριτική στο Κίνημα Αλλαγής ότι «έχασε την ευκαιρία για ένα δημιουργικό πολιτικό αναστοχασμό» και πως, αντίθετα, «αναλώθηκε σε ένα μονομέτωπο ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ».

Σε σχέση και με την συνεχιζόμενη τουρκική προκλητικότητα, ο γραμματέας της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ τονίζει πως «συνολικά η εξωτερική μας πολιτική τα τελευταία χρόνια ενίσχυσε τη διεθνή θέση της χώρας». Χαρακτηρίζει τη Συμφωνία των Πρεσπών «κορυφαία ιστορική πράξη» που «ανέβασε κατακόρυφα το διεθνές κύρος της χώρας και ενίσχυσε το γεωπολιτικό της βάρος» και «απέτρεψε τη προσπάθεια της ‘Αγκυρας να διεισδύσει στη Βόρεια Μακεδονία και άνοιξε το δρόμο της συνανάπτυξης και της ειρήνης». Αλήθειες, όπως σημειώνει, που «ολοένα και περισσότερο θα γίνονται κατανοητές από τον ελληνικό λαό».

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη του Γραμματέα της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και υποψήφιου βουλευτή Επικρατείας, Πάνου Σκουρλέτη, στον Νίκο Λιονάκη για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων:

Ερ: Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να αντιπαρατεθεί προγραμματικά με τη ΝΔ. Μπορείτε στις δυο εβδομάδες που απομένουν έως τις 7 Ιουλίου να πείσετε τους πολίτες για τις διαφορές που θα υπάρχουν στην καθημερινότητα εάν επικρατήσει το «προοδευτικό» ή το «συντηρητικό», όπως λέτε, σχέδιο;

Απ: Επιχειρούμε να πείσουμε τους πολίτες για την υπεροχή των προγραμματικών μας προτάσεων έναντι των ανερμάτιστων και σκόπιμα γενικόλογων προτάσεων της ΝΔ. Εκ μέρους της ΝΔ μας ζητούν να ξεχάσουμε τόσο τις ευθύνες τους για τη μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική κρίση που γνώρισε η χώρα μεταπολεμικά, όσο και την ισοπεδωτική-αντικοινωνική πολιτική που εφάρμοσαν στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου. Νομίζω πως μόνο αν κατανοήσουμε σε βάθος τους λόγους και τις αιτίες που μας οδήγησαν στη κρίση μπορούμε να κάνουμε τις σωστές επιλογές έτσι ώστε να μην γυρίσουμε πίσω και να βαδίσουμε σε νέους δρόμους. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ενσωματώνει μια τέτοια ανάλυση και προσέγγιση. Μέσα από μια δύσκολη και αντιφατική πορεία σταθεροποιήσαμε την οικονομία, διαχειριστήκαμε τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση μεταπολεμικά, βγήκαμε από την μνημονιακή επιτροπεία και βαδίζουμε για πρώτη φορά μετά από μια δεκαετία το δρόμο της ανάπτυξης.

Σήμερα λοιπόν είναι ρεαλιστικό να κάνουμε στοχευμένες φοροελαφρύνσεις που δεν θα υπονομεύουν τα δημόσια αγαθά της παιδείας και της υγείας. Μειώσεις φόρων που θα δίνουν ανάσες σε πολίτες και επιχειρήσεις αλλά δεν θα γίνονται καταθέσεις σε φορολογικούς παραδείσους. Σήμερα μπορούμε να ενισχύσουμε κρίσιμους τομείς του δημόσιου τομέα με νέο επιστημονικό δυναμικό ώστε αυτό να γίνει πιο παραγωγικό και αξιόπιστο απέναντι στον πολίτη.

Αντίθετα η άλλη πλευρά μιλάει για αόριστες μεταρρυθμίσεις ως προϋπόθεση για μείωση φόρων. Μήπως όμως με αυτό τον τρόπο ετοιμάζει την πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων τύπου ΔΝΤ που αποκρούσαμε το προηγούμενο διάστημα και οδηγούν σε ομαδικές απολύσεις και σε κατάργηση του αφορολόγητου όπως προκύπτει από το πρόγραμμα της ΝΔ; Αυτό είναι το περιεχόμενο του διλήμματος πρόοδος ή συντήρηση.

Ερ: Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν επιθυμεί διεξαγωγή ντιμπέιτ ανάμεσα στον ίδιο και τον κ. Τσίπρα; Ο ΣΥΡΙΖΑ του έχει καταλογίσει «φόβο». Τι εννοείτε με αυτό;

Απ: Μα ακριβώς διότι μια αντιπαράθεση πρόσωπο με πρόσωπο θα αποκαλύψει τις «αθέατες» πλευρές του προγράμματος του. Και ενώ κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης συμφώνησαν να γίνει έστω ένα ντιμπέιτ ανάμεσα σε όλους τους πολιτικoύς αρχηγούς, ο κύριος Μητσοτάκης αρνείται μια απευθείας συζήτηση με τον Αλέξη Τσίπρα όπως ο διάολος το λιβάνι.

Ερ: Κατηγορείτε τον κ. Μητσοτάκη για «κρυφή ατζέντα», όμως βασικές θέσεις που του καταλογίζετε ότι θέλει να προωθήσει ως ενδεχόμενος επόμενος πρωθυπουργός, όπως π.χ. για «7ήμερη εργασία», «κατάργηση 8ώρου», έχουν μπει στη δημόσια συζήτηση πριν από τις ευρωεκλογές. Το αποτέλεσμα που έδωσαν οι πολίτες στην ευρωκάλπη δεν είναι ένα «πράσινο φως» για το πρόγραμμα της ΝΔ;

Απ: Σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω πως το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών συνιστά μια υπερψήφιση των θέσεων της ΝΔ, τις οποίες άλλωστε προσπαθούν επιμελώς να τις αποκρύψουν. Μας είπαν πράγματι για 7ήμερη εργασία και όταν τους καταγγείλαμε μας είπαν πως εννοούσαν την 7ήμερη λειτουργία των επιχειρήσεων. Υποστηρίζουν το καθεστώς των πέντε αποχωρήσεων έναντι μιας πρόσληψης στον δημόσιο τομέα και όταν τους λέμε πως αυτό σημαίνει πως θα μειωθούν οι γιατροί και οι εκπαιδευτικοί που ήδη δεν επαρκούν, μασάνε τα λόγια τους. Όσο λοιπόν αυτά αποκαλύπτονται, όσο φωτίζονται οι αθέατες πλευρές του προγράμματος της ΝΔ και γίνονται αντιληπτά από τον κόσμο τόσο θα μειώνεται η ψαλίδα ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και την ΝΔ και θα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις της ανατροπής του αποτελέσματος των ευρωεκλογών.

Ερ: Θεωρείτε δηλαδή ότι τα κριτήρια των πολιτών στις εθνικές κάλπες θα είναι διαφορετικά από εκείνα με τα οποία ψήφισαν στις ευρωεκλογές;

Απ: Ασφαλώς, αυτή τη φορά ψηφίζουμε για την επόμενη κυβέρνηση, δεν στέλνουμε απλά μηνύματα. Ούτε βέβαια έχουμε την «πολυτέλεια» της αποχής.

Ερ: ‘Αρα, εκτιμάτε ότι μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει την ανατροπή; Είναι εφικτό κάτι τέτοιο με βάση το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και τις δημοσκοπήσεις ενόψει της 7ης Ιουλίου;

Απ: Η πολιτική δεν είναι μαθηματικά και στατιστική. Ό,τι φαίνεται κάποιες φορές δύσκολο μπορεί να γίνει τελικά εφικτό.

Ερ: Πέραν της ΝΔ, η αντιπαράθεση του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΙΝΑΛ είναι επίσης μεγάλη. Υπάρχουν περιθώρια για κάποια προσέγγιση μετεκλογικά;

Απ: Αναφέρεστε σε μια κρίσιμη παράμετρο των μετεκλογικών εξελίξεων. Το διάστημα μετά το 2015 το ΚΙΝΑΛ δεν ασχολήθηκε με το να αναζητήσει σε βάθος τα αιτία της συρρίκνωσης του, να βγάλει συμπεράσματα από τη προγραμματική σύμπλευση με τη ΝΔ και την υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Έχασε την ευκαιρία για ένα δημιουργικό πολιτικό αναστοχασμό. Αντίθετα αναλώθηκε σε ένα μονομέτωπο ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ. Μίλησε για την ανάγκη στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ και πριν λίγες ημέρες αποσαφήνισε πως είναι διαθέσιμο να συμπράξει εάν χρειαστεί με τη ΝΔ. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις αντιλαμβάνεστε πως δεν υπάρχουν περιθώρια προσέγγισης.

Ερ: Αναντίρρητα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποστεί πολιτικό κόστος από τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεδομένης της κλιμακούμενης τουρκικής προκλητικότητας, θεωρείτε ότι οι δυσαρεστημένοι πολίτες μπορεί τώρα να δουν με διαφορετικό μάτι αυτή τη διπλωματική εξέλιξη;

Απ: Η συμφωνία των Πρεσπών αποτέλεσε μια κορυφαία ιστορική πράξη που πιστώνεται στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Ανέβασε κατακόρυφα το διεθνές κύρος της χώρας και ενίσχυσε το γεωπολιτικό της βάρος. Απέτρεψε την προσπάθεια της ‘Αγκυρας να διεισδύσει στη Βόρεια Μακεδονία και άνοιξε το δρόμο της συνανάπτυξης και της ειρήνης. Αλλά νομίζω πως συνολικά η εξωτερική μας πολιτική τα τελευταία χρόνια ενίσχυσε τη διεθνή θέση της χώρας καθιστώντας την παράγοντα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή. Αυτές οι αλήθειες ολοένα και περισσότερο θα γίνονται κατανοητές από τον ελληνικό λαό. Έτσι σήμερα μπορούμε με ψυχραιμία, με αίσθημα ασφαλείας και με αποφασιστικό τρόπο να αντιμετωπίσουμε την τουρκική προκλητικότητα.