Το μεγαλύτερο μέρος του φακέλου στην Ασφάλεια, του αγωνιστή μάρτυρα της ειρήνης και της δημοκρατίας, Γρηγόρη Λαμπράκη, φέρνει στο φως της δημοσιότητας το βιβλίο που συνέγραψαν ο Χρήστος Η. Χαλαζίας και ο γιος του δολοφονημένου βουλευτή, Γρηγόρης Γρ. Λαμπράκης, με τίτλο «Η δολοφονία του Λαμπράκη και το παρακράτος» (εκδόσεις Παπαζήση).

Πρώτη φορά ο φάκελος παρουσιάστηκε σε εκδήλωση του δήμου Ηλιούπολης και του Ιδρύματος «Γρηγόρης Λαμπράκης», τον Απρίλη του 2018, η οποία συνοδεύτηκε και από έκθεση μέρους του υλικού. Πλέον όμως η συγκέντρωσή του σε έναν τόμο, μαζί με τα αναγκαία ιστορικά στοιχεία, δομημένα σε μια εξαιρετικά χρηστική σύνοψη, προσφέρουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα να έχει μια πλήρη εικόνα του πολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η εμβληματική αυτή πολιτική δολοφονία, τους φυσικούς και τους ηθικούς αυτουργούς της, εξάγοντας, ταυτόχρονα, πολύτιμα συμπεράσματα για το νοσηρό μετεμφυλιακό καθεστώς που επιβλήθηκε στη χώρα. 

Ο φάκελος του Λαμπράκη δεν διαφέρει δραματικά από τους ανάλογους φακέλους πολλών χιλιάδων αγωνιστών, αριστερών, κομμουνιστών, η ιδιαίτερη σημασία του όμως έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι αφορά σε μια δολοφονία που επέδρασε καταλυτικά στην μεταπολεμική πολιτική ιστορία της χώρας. Η πρώτη εμφάνιση των φακέλων γίνεται, όπως πληροφορεί το βιβλίο, με την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας το 1918, το οποίο στη συνέχεια μετεξελίχθηκε στο ΚΚΕ. Ο πρώτος δικτάτορας όμως που συστηματοποίησε και εργαλειοποίησε το φακέλωμα, ήταν ο Πάγκαλος, το 1925. Ήταν μάλιστα αυτός που ίδρυσε και την Ασφάλεια, οργανώνοντας το αντικομμουνιστικό πογκρόμ, με φυλακίσεις και παρακολουθήσεις και απαγορεύοντας τον εργατικό και κομμουνιστικό Τύπο, με πρώτη την απαγόρευση του «Ριζοσπάστη».

Ασφάλεια, ΚΥΠ και χαφιέδες του υπόκοσμου που συνεργάζονταν με την αστυνομία (Πόλεων και Χωροφυλακή, όπως ήταν χωρισμένη τότε) με αντάλλαγμα είτε χρήματα, είτε κάθε είδους εξυπηρετήσεις και ρουσφέτια, με εντολή του κράτους, συγκροτούσαν έναν μηχανισμό, ο κορμός του οποίου ήταν το χτύπημα κάθε προοδευτικού κινήματος, με «παρελκόμενα» και το προσωπικό ξεκαθάρισμα παλιών «λογαριασμών» μίσους. Αν και το σύγχρονο φακέλωμα γίνεται με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας, το μόνο που έχει αλλάξει επί της ουσίας, δεν είναι ο στόχος, αλλά, όπως σημειώνουν και οι συγγραφείς, η δυνατότητα «τα στοιχεία του κάθε πολίτη να τα βρίσκουν με ένα κουμπί  πάντα σε μηδενικό χρόνο».

Οι ίδιοι καταγράφουν και τη διαφωνία τους με την απόφαση της κυβέρνησης το 1990 να καούν οι φάκελοι των «Προσωπικών Κοινωνικών Φρονημάτων», στερώντας έτσι την ιστορική έρευνα από μια πολύτιμη πηγή. Η επόμενη κυβέρνηση έδωσε τη δυνατότητα σε συγγενείς να πάρουν αν ήθελαν τον φάκελο του ανθρώπου τους, πριν καταστραφεί. Έτσι διασώθηκε και ο φάκελος του Λαμπράκη. Όπως σημειώνεται, «στόχος της δημοσιοποίησης του φακέλου είναι ένα εργαλείο για τον ιστορικό του μέλλοντος να μελετήσει και να καταγράψει τα πραγματικά στοιχεία για τη δολοφονία, κάτι που δεν έκανε η δικαιοσύνη, να παρουσιάσει όχι μόνο τους δύο δολοφόνους με αμφισβήτηση και το ποιοι έδωσαν εντολή να εφαρμοστεί το σχέδιο της δολοφονίας του».

Η νοσηρή γελοιότητα της τραγωδίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το χαρακτηρισμένο ως «Απόρρητο» μέρος των ντοκουμέντων. Το Tvxs.gr δημοσιεύει ορισμένα έγγραφα από το πλούσιο «απόρρητο» φάκελο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «η δολοφονία του Λαμπράκη και το παρακράτος», το οποίοπαρουσιάζεται την Τρίτη 14 Μαΐου στις 18:30 στο εκθεσιακό κέντρο του Δήμου Ηλιούπολης (Λ. Ειρήνης 14-16) από το ίδρυμα Γρηγόρης Λαμπράκης και με ομιλητές τους Γιώργο Πετρόπουλο, Στέλιο Κούλογλου, Νίκο Ανδρουλάκη, Γιώργο Ρωμαίο και Άρη Αλεξόπουλο. 

Χαρακτηριστική είναι η εκπληκτική ταχύτητα – δεδομένων των μέσων της εποχής – με την οποία η Ασφάλεια και η Υπηρεσία Πληροφοριών, «βεβαιώνουν» ή άρουν τους χαρακτηρισμούς των φρονημάτων και της δράσης του «αντικειμένου»

Έτσι, ενώ τον Μάρτιο του 1957 το «όργανο» διαβεβαιώνει ότι «από του απαχαρακτηρισμού του και εντεύθεν» ο Λαμπράκης «δεν μας απησχόλησεν και διάγει φιλησύχως», τον Αύγουστο του 1958, ο αποχαρακτηρισμός ακυρώνεται και παραγγέλνεται η «επανεγγραφήν του εις τα κομ/κά βιβλία υμών»

Η «επανεγγραφή» του Λαμπράκη στα «κομμουνιστικά βιβλία» της «Υπηρεσίας» φαίνεται πως ήταν μη αναστρέψιμη πλέον. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 1959, αναφέρεται, ότι, όχι μόνο ο Λαμπράκης «εμφορείται από κομ/κών φρονημάτων», αλλά «και εκδηλούται εκ του εμφανούς υπέρ της αριστεράς ιδεολογίας».

Σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, το 1960, άλλο «όργανο» της Ασφάλειας βεβαιώνει – με υπηρεσιακή γραφή, πλην όμως εμφανή την υποβόσκουσα αγανάκτηση – ότι ο Λαμπράκης «τυγχάνει τακτικός αναγνώστης της εφημερίδος “ΑΥΓΗ”», ενώ «συναναστρέφεται άτομα εμφορούμενα υπό κομ/κών φρονημάτων».

Στα όρια του γκροτέσκου κινείται και η αγχώδης προθυμία των «οργάνων» της «Τάξης» να παράσχουν «υλικό» ακόμη και εκεί που εμφανώς δεν υπάρχει. Έτσι, ένας αστυφύλακας, με προφανή τη φιλοδοξία να εξελιχθεί σε πράκτορα κατά τα πρότυπα του δημοφιλούς και τότε, Τζέιμς Μποντ, σε αναφορά προς την αρμόδια υπηρεσία προχωρά στην «αποκάλυψη» των «συνωμοσιών» στις οποίες υποτίθεται πως παραπέμπουν ακόμη και τα γράμματα προς μια αθλητική εφημερίδα. Έτσι, μια επιστολή του Λαμπράκη στην «Αθλητική Ηχώ» με την οποία διαμαρτύρεται για το γεγονός ότι η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού δεν ενδιαφέρεται για την τύχη ενός άρρωστου πρωταθλητή, ερμηνεύεται ως εξής: «Είμαι πεποισμένος ότι η δημοσίευσις της επιστολής του ανωτέρω αποβλέπει εις το να παρουσιάσει εις τα όμματα των φιλάθλων έλλειψιν στοργής εκ μέρους του Κράτους (…)».

Άκρως «ενοχοποιητικά» κρίνονται ακόμη και τα δημοσιεύματα της «ΑΥΓΗΣ» με τα οποία πληροφορεί καθ’ όλα νόμιμες – ακόμη και με τα μέτρα της ανώμαλης μετεμφυλιακής περιόδου – δράσεις, όπως την μετάβαση ελληνικών αποστολών για συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια για την ειρήνη στην Μόσχα, το Λονδίνο κ.α.

Ακόμη και το «πάσο» για την είσοδο στη Βουλή μοιάζει «ύποπτο» στα μάτια των «λαγωνικών» της «υπηρεσίας»…