Είναι παλαιά, και πάγια, πρακτική του Ταγίπ Ερντογάν όταν αισθάνεται διπλωματικά μόνος και γεωπολιτικά στριμωγμένος να απαντά με κινήσεις θεατρικής επιθετικότητας. Η προειδοποίηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης για κυρώσεις κατά της Αγκυρας εάν δεν εγκαταλείψει το σχέδιο των παράνομων γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση: Η απάντηση του τούρκου προέδρου ήρθε με μια NAVTEX που δέσμευσε, χθες και σήμερα, την θαλάσσια περιοχή νότια της Μεγίστης για άσκηση με στρατιωτικά πυρά.

Δεν πρόκειται για άσκηση ιδιαίτερης, ή ειδικής σημασίας – στην πραγματικότητα είναι μια τακτική, ετήσια άσκηση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Η ακαριαία όμως απόφαση να διεξαχθεί τώρα, και αμέσως μετά την ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής στο Σιμπίου της Ρουμανίας, είναι δηλωτική των προθέσεων του Ερντογάν και της τακτικής που σκοπεύει να ακολουθήσει όσο εντείνεται η διεθνής πίεση προς την Αγκυρα. Κοινώς, και όπως χαρακτηριστικά λέει έμπειρος διπλωματικός παράγοντας, όταν οι Ευρωπαίοι – δια του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ – διαμηνύουν ότι «είμαστε όλοι Κύπριοι» και όταν η Ουάσιγκτον απειλεί την Τουρκία με κυρώσεις, ο Ερντογάν δείχνει εμπράκτως πώς ακριβώς σκοπεύει «να τους χαλάσει το παιχνίδι».

Το ερώτημα, και στην Ευρώπη και στην Αμερική αλλά και στην Αθήνα, είναι μέχρι που σκοπεύει – και μέχρι που μπορεί – να τραβήξει αυτό το «κόντρα παιχνίδι». Και ειδικά, στην Αθήνα και την Λευκωσία, το ερώτημα είναι μέχρι που μπορεί να ρισκάρει ο Ερντογάν τις, ήδη εύθραυστες, ισορροπίες στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Σε πρώτο επίπεδο, και σε ό,τι αφορά αυτό καθαυτό το ζήτημα των ερευνών εντός της κυπριακής ΑΟΖ, ελληνικές διπλωματικές πηγές επισημαίνουν ότι «το ιππικό είναι άσφαιρο». Εξηγούν, δηλαδή, πως τόσο το Barbaros όσο και το Fatih είναι πλοία που δεν έχουν την παραμικρή δυνατότητα διεξαγωγής ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ, ενώ συνολικά η Τουρκία δεν διαθέτει αυτήν την στιγμή ούτε τα μέσα, ούτε τις συμμαχίες για την πραγματοποίηση γεωτρήσεων σαν αυτές που επιχειρούν οι κολοσσοί της Exxon, της ENI και της Total.

Ως εκ τούτου, προκύπτει το προφανές συμπέρασμα πως η όλη δραστηριότητα της Τουρκίας στην περιοχή αποσκοπεί καθαρά και μόνον στην διαμόρφωση σκηνικού έντασης και ρευστότητας. Αυτό, βεβαίως, κατά τις ίδιες πηγές καθόλου δεν σημαίνει πως εκλείπει και ο κίνδυνος «οξείας υπερθέρμανσης» και ατυχήματος, είτε συγκυριακά είτε βάσει σχεδίου.

Πέραν αυτού, σε στρατηγικό επίπεδο, τόσο η Αθήνα όσο και η Λευκωσία, θεωρούν ότι εκείνο που πρωτίστως επιδιώκει η Τουρκία είναι – μέσα από το συγκεκριμένο κλίμα θερμότητας και αιωρούμενων απειλών – να περιορίσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα. «Ο Ερντογάν προσπαθεί, πολύ απλά, να μετατρέψει τις δικές της γεωπολιτικές διεκδικήσεις σε δικοινοτικά ζητήματα. Να τα βάλει, μέσω των τουρκοκυπρίων και του Ακιντζί, σε τραπέζι διαπραγμάτευσης ως ισότιμος εταίρος με την ελληνοκυπριακή πλευρά», λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος διπλωμάτης.

Πρόκειται για μια τακτική που, εάν περνούσε, θα οδηγούσε ντε φάκτο σε υποχωρήσεις τόσο την Λευκωσία όσο και την Αθήνα. Και θα είχε προφανή επίπτωση και σε οποιαδήποτε νέα προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού, με την Τουρκία να εμφανίζεται πλέον ως «συνιδιοκτήτης» και επί ίσοις όροις συνέταιρος στον φυσικό πλούτο της Κύπρου μέσω των τουρκοκυπρίων.

Με αυτά τα δεδομένα, το πόσο μακριά θα τραβήξει το σχοινί ο Ερντογάν βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με το μέχρι που θα φθάσει η αναμέτρηση της Αγκυρας με την Δύση, και κυρίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Λευκωσία, τα σενάριο μιας πλήρους ρήξης εκεί, δεν είναι το ιδανικό. Και βάσει αυτής της παραδοχής, διπλωματικοί παράγοντες και από τις δύο πλευρές τονίζουν ότι η τρέχουσα συγκυρία απαιτεί υψηλή ψυχραιμία και λεπτούς χειρισμούς, ώστε να μην δοθεί η παραμικρή δυνατότητα και το παραμικρό άλλοθι στην Αγκυρα για «επιθετικούς αντιπερισπασμούς».