Aν και υπερκαλύφθηκε από την πρώτη φωτογραφία μιας μαύρης τρύπας, η ανακάλυψη ενός νέου είδους «παρακλαδιού» του ανθρώπου, δεν είναι μικρότερης σημασίας. ‘Ετσι, ερευνητές ανακοίνωσαν την Τετάρτη από τις Φιλιππίνες, ότι έχουν ανακαλύψει ένα είδος ανθρώπου που ήταν άγνωστο μέχρι σήμερα στην επιστήμη.

Ο μικρόσωμος ανθρωπίνος, που βαφτίστηκε Homo luzonensis, έζησε στο νησί Λουζόν του συμπλέγματος των Φιλιππίνων πριν τουλάχιστον 50.000 έως 67.000 χρόνια. Η ανθρώπινη «ταυτότητά» του προσδιορίζεται από συνολικά επτά δόντια και έξι μικρά οστά, ενώ αποτελεί ένα συνονθύλευμα αρχαίων και νεότερων χαρακτηριστικών. Αυτή η σημαντική ανακάλυψη καθιστά το Λουζόν ως το τρίτο νησί της Νοτιοανατολικής Ασίας τα τελευταία 15 χρόνια που φέρει αναπάντεχες αποδείξεις αρχαίας ανθρώπινης δραστηριότητας. Επιπλέον, συνεχίζει να αμφισβητεί την ξεπερασμένη ιδέα ότι η ανθρώπινη γραμμή προχωρά με έναν «τακτοποιημένο» τρόπο, από λιγότερο προηγμένα σε πιο προηγμένα είδη.

Περνώντας βαθύτερα στο παρελθόν της Ασίας

Πριν από δεκαετίες, η ιστορία της Ασίας φαινόταν πολύ πιο απλή. Οι παλαιανθρωπολόγοι γνώριζαν ότι οι ανθρωπίδες, όπως ο Homo Erectus, ζούσαν πάνω σε τμήματα της σημερινής Ινδονησίας πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, εκμεταλλευόμενοι τις φυσικές βραχώδεις «γέφυρες» για να μετακινούνται. Ωστόσο, η παρουσία ανθρωπίνων μακρύτερα προς τα ανατολικά, θεωρήθηκε ότι ήταν αδύνατη, λόγω των ωκεάνιων ρευμάτων που είναι αδιάβατα χωρίς βάρκες.

Ειδικά το Λούζον φαινόταν ιδιαίτερα δύσκολος προορισμός για τους ανθρωπίνες, καθώς ποτέ δεν είχε συνδεθεί με την ηπειρωτική χώρα με χερσαίες «γέφυρες», έτσι οι αρχαιολόγοι και οι παλαιοανθρωπολόγοι πίστευαν ότι η ανασκαφή σε παλαιότερα στρώματα εδάφους δεν θα απέδιδε πολλά. Αλλά όταν ο καθηγητής Mijares ανέσκαψε για πρώτη φορά το σπήλαιο Callao το 2003, ανακάλυψε 25.000 ετών αποδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας, όμως δεν έσκαψε βαθύτερα από ό,τι περίπου 1,2 μέτρα.

«Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι της Νοτιοανατολικής Ασίας θα σκάψουν τα σπήλαια έως και δύο μέτρα και θα σταματήσουν» δηλώνει στο National Geographic ο αρχαιολόγος – παλαιοανθρωπολόγος του Πανεπιστημίου των Φιλιππίνων.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν το 2004, όταν οι ερευνητές αποκάλυψαν τον Homo floresiensis, έναν ανθρωπίνο γνωστό και ως «χόμπιτ», που κατοικούσε στο ινδονησιακό νησί Φλόρες πριν από 50.000 χρόνια. Αυτό έκανε τον Mijares να επιστρέψει στο σπήλαιο Callao το 2007 για να σκάψει βαθύτερα.

Η επιστημονική ομάδα ανέσκαψε πάνω από 1,5 μέτρα αργίλου, κάτω από εκεί όπου σταμάτησαν να σκάβουν το 2003, χωρίς να υπάρχουν απολιθώματα. Στη συνέχεια, βρήκαν ένα στρώμα αμμοχάλικου που σχηματίστηκε από διάφορα πετρώματα και υλικά, το οποίο περιείχε και θραύσματα οστών. Αρχικά, τα κόκαλα φαίνονταν να προέρχονται μόνο από ζώα όπως ελάφια και χοίρους. Αλλά μετά από μια προσεκτικότερη έρευνα, ένα κομμάτι ξεχώρισε: Ένα σχεδόν πλήρες οστό ποδιού, που έμοιαζε ανθρώπινο.

Το 2010, ο Mijares και οι συνάδελφοί του αποκάλυψαν απολιθώματα 67.000 ετών, τα οποία πρότειναν ότι ανήκουν σε έναν μικρόσωμο κλάδο του Homo sapiens, καθιστώντας τα ίσως το παλαιότερο σημάδι του είδους μας, οπουδήποτε στις Φιλιππίνες, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αλλά ο Mijares υποψιαζόταν ότι θα μπορούσε πράγματι να ανήκει σε ένα νέο είδος, ίσως ακόμη και ένα ανάλογο του Homo floresiensis. Η ομάδα χρειαζόταν περισσότερα απολιθώματα για να είναι σίγουρη.

Οι συνεχιζόμενες ανασκαφές στο σπήλαιο Callao το 2011 και το 2015 αποκάλυψαν δύο ακόμα οστά, μαζί με επτά δόντια, δύο δακτυλικά οστά και μέρος ενός μηριαίου οστού. Συνολικά, τα υπολείμματα αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τρία άτομα.

Τα μικρά αυτά απολιθώματα αποκάλυψαν ένα απροσδόκητο μίγμα πιο αρχαίων και πιο προηγμένων χαρακτηριστικών. Τα μικρά μεγέθη των δοντιών και τα σχετικά απλά σχήματά τους, για παράδειγμα, παραπέμπουν σε ένα πιο «σύγχρονο» άτομο, αλλά ο άνω προγόμφιος έχει τρεις ρίζες, ένα χαρακτηριστικό που συναντάμε σε λιγότερο από το 3% των σύγχρονων ανθρώπων. Ενώ, ένα οστό ποδιού μοιάζει με εκείνο των αυστραλοπίθηκων, μια ομάδα που περιλαμβάνει τη διάσημη «Λούσυ», η οποία διέσχισε την Αφρική πριν από περίπου τρία εκατομμύρια χρόνια. Πρόκειται για έναν συνδυασμό χαρακτηριστικών που οι επιστήμονες δεν είχαν ξαναδεί.

Παρά το ότι προς το παρόν διατυπώνονται επιφυλάξεις από ορισμένους επιστήμονες για το αν πρόκειται όντως για κάποιο νέο είδος, ωστόσο όλοι συμφωνούν ότι η ανακάλυψη είναι σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: Ότι αυτός ο «Φιλιππινέζος» αρχαίος ανθρωπίνος είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιούσε εργαλεία. Ειδικότερα, ένα οστό ελαφιού που βρέθηκε στα ίδια ιζήματα με τα ανθρώπινα οστά μοιάζει με τα γνωστά λίθινα εργαλεία. Για ορισμένους επιστήμονες αυτό το κόκαλο αποτελεί ένδειξη ότι ο Homo luzonensis ήταν ικανός κατασκευαστής εργαλείων και κυνηγός.

Μια εντυπωσιακή διασπορά

Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι ο Homo luzonensis ή ένα άλλος ανθρωπίνος, έζησε στο Λουζόν ακόμα πιο πίσω στο χρόνο. Το 2018, ο Mijares και οι συνάδελφοί του ανακοίνωσαν την ανακάλυψη εργαλείων πέτρας και σκελετού σφαγμένου ρινόκερου ηλικίας άνω των 700.000 ετών, που δεν βρέθηκαν πολύ μακριά από το σπήλαιο Callao. Λόγω του χρονικού διαστήματος μεταξύ των υπολειμμάτων και της θέσης του εργαλείου, ωστόσο, είναι δύσκολο να πούμε αν οι χρήστες των πέτρινων εργαλείων ήταν προκάτοχοι του H. luzonensis ή αρχαιότερων «συγγενών» του.

Ένα άλλο σημαντικό μυστήριο είναι το πώς οι πρόγονοι του Homo luzonensis έφτασαν στις Φιλιππίνες. Το 2016, οι ερευνητές αποκάλυψαν εργαλεία πέτρας στο νησί Sulawesi της Ινδονησίας που χρονολογούνται μεταξύ 118.000 και 194.000 ετών, τουλάχιστον 60.000 χρόνια παλαιότερα από την γνωστή ανθρώπινη παρουσία στο νησί. Σε συνδυασμό με τις ανακαλύψεις στα νησιά Φλόρες και Λουζόν, υποδηλώνεται ότι η διασπορά ανθρωπίνων σε όλη την περιοχή δεν ήταν απαραίτητα τόσο σπάνια και τυχαία όπως πίστευαν οι ερευνητές. Ωστόσο, για τους τρόπους αυτής της διασποράς, οι οποίοι δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από το κολύμπι ή ένα υποτυπώδες σκάφος, μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν.

Ένα πράγμα όμως παραμένει σαφές: Η Νοτιοανατολική Ασία πιθανότατα φιλοξενεί περισσότερα ανθρωποειδή από ό,τι υποδηλώνουν τα σημερινά απολιθώματα.