Συμπληρώνονται σήμερα είκοσι ακριβώς χρόνια από την έναρξη των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών στο Κόσοβο, που προκάλεσαν ανθρώπινα θύματα και τεραστιες καταστροφές στις υποδομές της τότε Γιουγκοσλαβίας. 

Ο τερματισμός τους σήμανε και τον τερματισμό της σερβικής κυριαρχίας στο Κόσοβο, που το 2008 ανακηρύχθηκε σε ανεξάρτητο κράτος-όχι αναγνωρισμένο από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας- και ως τέτοιο «τοποθετήθηκε» στον μεταπολεμικό χάρτη της βαλκανικής. 

ΒΡΟΧΗ ΠΥΡΑΥΛΩΝ

«…Οι βομβαρδισμοί άρχισαν στις 24 Μαρτίου στις 8 μ. μ. τοπική ώρα.

Πύραυλοι τόμαχοκ και κρουζ που εκτοξεύτηκαν από αεροπλανοφόρα και υποβρύχια στην Αδριατική και άλλοι από αεροσκάφη Β 52 έπληξαν στόχους στα περίχωρα του Βελιγραδίου όπου βρίσκονταν η αεροπορική βάση Μπατάνιτσα, ο μεγάλος επικοινωνιακός πυλώνας στο βουνό Αβάλα, η στρατιωτική ακαδημία και το Στρατιωτικό-τεχνικό Ινστιτούτο του Βελιγραδίου και επίσης άλλοι σαράντα περίπου στρατιωτικοί στόχοι στη Σερβία και το Κόσοβο.

Η καταιγίδα των βομβών είχε ξεσπάσει και θα διαρκούσε εβδομήντα οχτώ ημέρες, διαλύοντας τις υποδομές της Σερβίας και οδηγώντας τη χώρα τριάντα χρόνια πίσω.

Σ’ αυτό το διάστημα, σύμφωνα με στοιχεία που ανακοίνωσε το αμερικανικό υπουργείο άμυνας, ρίφθηκαν  χιλιάδες νατοϊκοί πύραυλοι και βόμβες που πέτυχαν το 99,6% των στόχων. Τουλάχιστον ογδόντα εξ αυτών, όμως, βρήκαν λάθος στόχο και σκότωσαν ανθρώπους.

Αν και δεν υπάρχουν ακριβείς αριθμοί για τους αμάχους που βρήκαν τον θάνατο, συνεπεία των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ, υπολογίζεται ότι οι νεκροί κυμαίνονται από πεντακόσιοι έως δυο χιλιάδες και οι τραυματίες σε έξι χιλιάδες.

Οι πρόσφυγες, η δυστυχία και ο πόνος, οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες υπήρξαν ανυπολόγιστες, ενώ το διεθνές δίκαιο παραβιάστηκε κατάφωρα, καθώς για πρώτη φορά μεταπολεμικά μια Συμμαχία δυνάμεων κάνοντας χρήση βίας ακρωτηρίασε εδαφικά μια χώρα-μέλος του ΟΗΕ.

Μόλις άρχισαν να πέφτουν οι πρώτοι πύραυλοι, η τηλεόραση του Βελιγραδίου διέκοψε το πρόγραμμά της και μετέδιδε πατριωτικά άσματα και ταινίες, ενώ οι ειδήσεις τελείωναν με εκκλήσεις για ψυχραιμία και μηνύματα του τύπου «οι εγκληματίες του ΝΑΤΟ και οι μοχθηροί τους αφέντες μπορούν να μας προκαλέσουν απώλειες, αλλά δεν μπορούν να μας κατατροπώσουν».

Ο ίδιος ο Μιλόσεβιτς απηύθυνε από την τηλεόραση μήνυμα προς τους Σέρβους λέγοντας μεταξύ άλλων:

«Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο το Κοσσυφοπέδιο, παρά τη μεγάλη σημασία που έχει για μας, αλλά και η ελευθερία ολόκληρης της χώρας μας».

Σχεδόν καθημερινά, καιρού επιτρέποντος, τα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ και οι πύραυλοι από τα πλοία στην Αδριατική σφυροκοπούσαν στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους των Σέρβων.

Τετρακόσια μαχητικά, βομβαρδιστικά και κατασκοπευτικά αεροπλάνα, που στη συνέχεια έγιναν χίλια, επιχειρούσαν δεκάδες εφόδους επί εικοσιτετραώρου βάσεως σπέρνοντας τον όλεθρο στη Σερβία και το Κόσοβο.

Η αντιαεροπορική άμυνα των Σέρβων αποδείχθηκε ανίκανη ακόμη και να ενοχλήσει το πολεμικό θηρίο της Δύσης, που επιτίθονταν με ό,τι πιο σύγχρονο διέθετε η πολεμική τεχνολογία.

Με εξαίρεση την κατάρριψη ενός υπερσύγχρονου βομβαρδιστικού Στελθ και ενός μαχητικού οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ δεν είχαν άλλες απώλειες.

Τα περί ανίκητων Σέρβων πολεμιστών και κρυφών υπερόπλων του στρατού τους, που θα μετέτρεπαν το Κόσοβο σε νέο Βιετνάμ και θα έκαναν δήθεν Αμερικανούς και Ευρωπαίους να μετανιώσουν πικρά για την επέμβαση, αποδείχθηκαν ευσεβείς πόθοι όσων εναντιώνονταν στην επίθεση κατά της Σερβίας ή μασούσαν την προπαγάνδα του Βελιγραδίου.

Οι ίδιοι οι Σέρβοι γνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να τα βάλουν με την τρομακτική πολεμική ισχύ του ΝΑΤΟ απλώς δεν εξέθεσαν τον στρατό τους και προσπάθησαν να περισώσουν ό,τι μπορούσαν από την πολεμική τους μηχανή κρύβοντας αεροπλάνα, άρματα μάχης, κανόνια κτλ.

Η ρωσική στρατιωτική βοήθεια, που προσδοκούσε ο Μιλόσεβιτς, κυρίως με τη μορφή υπερσύγχρονων αντιαεροπορικών συστημάτων και πυραύλων που θα προκαλούσαν μεγάλες απώλειες στα αεροπορικά σμήνη του ΝΑΤΟ, δεν ήρθε.

Η Μόσχα έκατσε στ’ αυγά της, όταν ο Μπιλ Κλίντον κατέστησε σαφές στον Γέλτσιν ότι, εάν τολμήσει να κουνηθεί, θα διακοπεί αμέσως η δυτική οικονομική βοήθεια χάρη στην οποία επιβίωνε εκείνη την εποχή η ασθμαίνουσα Ρωσία, την οποία κυβερνούσε το καθεστώς του.

Ο σερβικός στρατός πάντως είχε προλάβει να αδειάσει τις περισσότερες από τις στρατιωτικές τους αποθήκες, που στη συνέχεια χτυπήθηκαν, και να μεταφέρει αλλού το πολεμικό υλικό”.

*(Το κείμενο αποτελείται από αποσπάσματα του βιβλίο του
Σταύρου Τζίμα για την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας)