Ενας από τους πιο ταλαντούχους και τολμηρούς φωτορεπόρτερ του ελληνικού και διεθνούς Τύπου, ο Γιάννης  Μπεχράκης, έφυγε πρόωρα από τη ζωή σε ηλικία μόλις 58 χρονών.

O επικεφαλής φωτορεπόρτερ του Reuters, συνεργάστηκε με το πρακτορείο επί 30 χρόνια, δείχνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη τη σκληρή όψη της ζωής. Βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου, καλύπτοντας πολέμους κι αναδεικνύοντας την πραγματικότητα πίσω από μεγάλες κρίσεις. Μάλιστα για τις συγκλονιστικές φωτογραφίες που αποτύπωσαν χωρίς λόγια όλη την αλήθεια του προσφυγικού δράματος, όταν οι κατατρεγμένοι από την Συρία φόρτωναν παιδιά και λιγοστά υπάρχοντα σε βάρκες και πέρναγαν καθημερινά κατά χιλιάδες το Αιγαίο, βραβεύτηκε με το βραβείο Πούλιντζερ.

Έφυγε νικημένος από τον καρκίνο, έχοντας κερδίσει όμως πολλές φορές μέχρι σήμερα τον θάνατο. Όπως το 2000, όταν έφτασε ένα «κλικ» πριν από αυτόν στη Σιέρρα Λεόνε.

Στις 24 Μαΐου του 2000, ο Γιάννης Μπεχράκης, κάλυπτε τον εμφύλιο στη χώρα των «ματωμένων διαμαντιών». Μαζί με τους συναδέλφους από το πρακτορείο ειδήσεων Reuters, Κερτ Σορκ και Μαρκ Τσίζχολμ, αλλά και τον κάμεραμαν του AP Μιγκέλ Χιλ Μορένο ντε Μόρα. Ξεκίνησαν να συναντήσουν μια μονάδα παραστρατιωτικών, που θα επιχειρούσαν να ανακαταλάβουν μια πόλη περίπου 70 χιλιόμετρα βόρεια της Free Town, όπου βρίσκονται τα αδαμαντωρυχεία.

Ενώ βρίσκονταν μέσα στη ζούγκλα, μια ομάδα ανταρτών τους εξαπέλυσε επίθεση. Από τις σφαίρες που έπεφταν σαν βροχή έχασαν τη ζωή τους ο Κερτ Σορκ, ο Μιγκέλ Χιλ Μορένο ντε Μόρα και τέσσερις εκ των δέκα στρατιωτών της Σιέρρα Λεόνε που συνόδευαν την ομάδα των δημοσιογράφων. Ο Γιάννης Μπεχράκης ήταν από τους ελάχιστους που κατάφερε να σωθεί, αφού σύρθηκε μέσα σε έναν θάμνο και καλύφθηκε με λάσπες.
Λίγο αργότερα θα έστρεφε την κάμερα του στον εαυτό του, τραβώντας μια φωτογραφία που έλεγε όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν. Μια φωτογραφία που θα μείνει στην ιστορία του παγκόσμιου Τύπου.

Το 2007 ο Γιάννης Μπεχράκης είχε μιλήσει στον φακό του «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» για την εμπειρία που του άλλαξε μια για πάντα τη ζωή, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ: «Σιέρρα Λεόνε: Τα παιδιά, τα διαμάντια και η συγκάλυψη».

Η συνέντευξη στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα:

Πότε πήγατε Σιέρρα Λεόνε και γιατί;

Λοιπόν, πήγα τον Μάη του 2000 με έναν φίλο δημοσιογράφο του Reuters. Υπήρχε εκεί και κάποιος cameraman οπότε είχαμε το γνωστό μας Reuter Multimedia Team για να καλύψουμε την αρχή ξανά του εμφυλίου. Οι επαναστάτες του R.U.F. είχαν απαγάγει γύρω στους 500 κυανόκρανους και προσπαθούσαν να τους ανταλλάξουν για δικά τους οφέλη. Σε όλη την ενδοχώρα του R.U.F. είχε τον έλεγχο και βέβαια είχε τον έλεγχο των αδαμαντωρυχείων. Και κάποια στιγμή ο κυβερνητικός στρατός της Σιέρρα Λεόνε προσπάθησε να συλλάβει τον αρχηγό των επαναστατών, τον Φούνταϊ Σάνκο, ο οποίος έμενε σε μια βίλα μέσα στην Freetown.

Άρχισαν οι εχθροπραξίες μέσα στην Freetown. Οι Βρετανοί στείλανε κάποιες ειδικές δυνάμεις για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Οι κυανόκρανοι φύγανε από την ενδοχώρα και τραβήχτηκαν πάλι προς την Freetown και οι επαναστάτες άρχισαν να κατεβαίνουν από την ενδοχώρα για να καταλάβουν το αεροδρόμιο και την πρωτεύουσα. Οπότε βρεθήκαμε εκεί για να καλύψουμε αυτά τα γεγονότα.
 
Όταν πρωτοπήγατε στην χώρα, πώς ήταν η κατάσταση; Τι ήταν αυτό που είδατε πρώτα και σας έκανε εντύπωση;
 

Ναι, η χώρα φαινόταν ότι γινόταν εμφύλιος, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Υπήρχαν χιλιάδες πρόσφυγες οι οποίοι έρχονταν από την ενδοχώρα προς την πρωτεύουσα. Καραβάνια λοιπόν προσφύγων. Κάποια παλιά κτίρια που είχαν μείνει όρθια γιατί η Freetown ήταν στο μεγαλύτερό της μέρος κατεστραμμένη από τον εμφύλιο πόλεμο που ήταν ήδη δέκα χρόνια, και κάποιες ανθρωπιστικές οργανώσεις διώχνανε τουλάχιστον τους Δυτικούς εργάτες τους και υπήρχε μια κατάσταση αναρχίας και χάους. Ο φόβος ήταν διάχυτος στην πρωτεύουσα. Είχαν αρχίσει κάποιες λεηλασίες στα προάστια. Και βασικά θυμάμαι ότι τότε ο μέσος όρος μακροζωίας για τους άνδρες ήταν 39, για τις γυναίκες ήταν 37, οπότε είχες την εντύπωση ότι όλοι προσπαθούσαν να κάνουν κάτι και να περάσουν καλά μέχρι να πεθάνουν, ήταν κάτι το οποίο το βλέπανε, ερχόταν πολύ σύντομα.

Η χώρα ήταν γεμάτη παιδιά και ανθρώπους μικρής ηλικίας. Και υπήρχε έτσι μια κατάσταση φόβου και ασάφειας, δεν ήξερες ακριβώς αν αύριο ξαφνικά μπαίνανε κάποιοι επαναστάτες και άρχιζαν πάλι τις σφαγές. Το κράτος ήταν σε κατάσταση διάλυσης.

Ο εμφύλιος της Σιέρρα Λεόνε ήταν στον δέκατο χρόνο ήδη. Όλος ο εμφύλιος γινόταν βασικά για το ποιος θα έχει τον έλεγχο των αδαμαντωρυχείων. Κατά διαστήματα έρχονταν σε μια συμφωνία οι επαναστάτες με τον στρατό τον κυβερνητικό, η οποία χάλαγε όμως, το πολύ κράταγε μια βδομάδα, οπότε άρχιζαν πάλι οι εχθροπραξίες. Οι επαναστάτες οι οποίοι ήταν ουσιαστικά μισθοφόροι, άλλαζαν μεριά, υποστήριξη, μέσα στην ίδια μέρα. Δηλαδή έβλεπες ας πούμε κάποιες ομάδες όπως οι Καμάτζορς, οι οποίοι ήταν κάτι τύποι που πίστευαν ότι με τα φυλακτά, φορώντας κάποια φυλακτά οι σφαίρες δεν θα τους σκοτώσουν. Και θυμάμαι ότι είχαν δημιουργηθεί και κάποια επεισόδια όπου κάποιος πυροβολούσε τον εαυτό του πιστεύοντας ότι δεν πρόκειται να πεθάνει. Πέθανε βέβαια.

Αυτοί λοιπόν μπορεί το πρωί να υποστήριζαν το στρατό τον κυβερνητικό της Σιέρρα Λεόνε και το απόγευμα επειδή το R.U.F. τους έδινε περισσότερα λεφτά ή περισσότερο αλκοόλ ή όπλα, άλλαζαν μεριά. Οπότε ήταν μια κατάσταση που άλλαζε, κάθε μέρα μπορεί να άλλαζε και δυο-τρεις φορές. Οι επαναστάτες, αυτό το κλασσικό που γινόταν στη Σιέρρα Λεόνε ήταν ότι για να μην αφήσουν τον κόσμο, τον απλό κόσμο, τους χωριάτες ας πούμε να ψηφίσουν, πηγαίνανε και τους κόβανε τα χέρια. Μετά αυτό προχώρησε και άρχισαν και τους κόβανε και τα πόδια. Όπου θυμάμαι ας πούμε δεν τους ενδιέφερε αν είσαι άντρας, γυναίκα, παιδί. Ήταν συνέχεια υπό την επήρεια του αλκοόλ και θυμάμαι είχα δει ένα παιδάκι δεκαοχτώ μηνών που του είχαν κόψει το ένα χέρι και μάλιστα του το είχαν κόψει και όταν ήταν δέκα μηνών.
 
Μάλιστα το παιδάκι έπαιζε και με ένα παιχνίδι προσπαθώντας ας πούμε και με τα δύο χέρια να το παίξει, χωρίς ουσιαστικά να καταλαβαίνει ότι δεν έχει το ένα του χέρι. Υπήρχαν όλες αυτές οι εικόνες οι τραγικές και βασικά υπήρχαν οι επαναστάτες οι οποίοι ήταν σε μια άγρια κατάσταση και θυμάμαι ότι είχαν κούτες που είχαν μέσα αλκοόλ, το οποίο αλκοόλ το λέγανε moral booster, δηλαδή για το ηθικό τους. Ήταν κάτι πλαστικές σακουλίτσες και έγραφε πάνω ας πούμε, «βότκα» ή «ουίσκι». Το άνοιγαν αυτό και το πίνανε και ήταν συνέχεια μεθυσμένοι και σε κατάσταση τρέλας.
 
Κάποια στιγμή μετά το ’99, μπήκαν το Γενάρη νομίζω, μπήκαν οι επαναστάτες στη Freetown οι Καμάτζορς, West Side Boys, όλες αυτές οι ομάδες οι οποίες είχαν κάποιον αρχηγό και πέσανε σε ένα όργιο καταστροφής, λεηλασίας, βιασμών, κόβανε χέρια, πόδια, καταστρέψανε το δυτικό μέρος τουλάχιστον της Freetown και οι μόνοι που τους σταματήσανε ήταν οι Νιγηριανοί της Αφρικανικής Δύναμης του Ο.Η.Ε., οι οποίοι όμως και αυτοί δεν μπορούσαν να κάνουν πολλά. Κάποια στιγμή ήρθαν λοιπόν σε μια θεωρητική συμφωνία όπου θα δίνανε κάποια αδαμαντωρυχεία στους επαναστάτες, κάποια άλλα θα τα είχαν οι κυβερνητικοί και θα βρίσκανε τέλος πάντως μία λύση, η οποία όμως δεν κράτησε και αυτή.
 
Οπότε, όπως είπα και προηγουμένως, οι επαναστάτες απήγαγαν αυτούς τους περίπου 500 στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών και άρχισε πάλι ουσιαστικά ο εμφύλιος. Σε κάποια στιγμή ας πούμε, εμείς πηγαίνοντας να καλύψουμε όλο αυτό το story σε μια χαοτική κατάσταση τελείως, χωρίς να ξέρουμε ποιος είναι πού κλπ., παίρνοντας ρίσκα τα οποία τελικά τα πληρώσαμε, κάποια στιγμή θυμάμαι ότι βρίσκαμε στολές στρατιωτών των Ηνωμένων Εθνών μαζί με τα κόκαλα, τα απομεινάρια τους, τους είχαν εκτελέσει κάπου στη μέση της ζούγκλας και μετά είχαν έρθει τα άγρια ζώα και τους είχαν φάει. Μια τέτοια κατάσταση υπήρχε στη χώρα όταν πήγα.
 
Ποια εικόνα σας έχει μείνει από όλα αυτά;
 

Κοίταξε να δεις, νομίζω ότι το τραγικό της υπόθεσης τελικά στην αποστολή μου στη Σιέρρα Λεόνε, ήταν ότι έχασα δύο πολύ καλούς φίλους. Δηλαδή νομίζω η πιο δυνατή εικόνα που μου έχει μείνει κυριολεκτικά – επειδή με ρώτησες, έτσι; – είναι της στιγμή που έχει σκοτωθεί ο φίλος μου που οδηγεί το αυτοκίνητο γιατί πέσαμε σε μια ενέδρα και εγώ του φωνάζω να πατήσει το γκάζι και όταν τον κοιτάω, έχει γείρει στο πλάι και είναι μέσα στα αίματα. Είναι μια εικόνα που δεν θα την ξεχάσω ποτέ.
 
Το θέμα είναι ότι στη Σιέρρα Λεόνε έγιναν πολλές δυνατές φωτογραφίες και καλύψαμε όσο καλύτερα δημοσιογραφικά γινόταν το θέμα παίρνοντας τεράστια ρίσκα. Και οι φωτογραφίες ήταν δυνατές και μπήκανε σε περιοδικά, σε εφημερίδες. Δηλαδή η δουλειά μας έγινε σωστά και όπως θα έπρεπε να γίνει. Και αν δεν έχανα αυτούς τους φίλους μου και ειδικά τον έναν τον Αμερικάνο που δουλεύαμε μαζί χρόνια, για μένα θα ήταν μια περιπέτεια καταπληκτική την οποία θα μπορούσα να την σκέφτομαι ας πούμε και να λέω ότι πέρασα από αυτό το πράγμα και η δουλειά έγινε πολύ καλά και όλα είναι καλά, αλλά άφησα ένα κομμάτι του εαυτού μου στη Σιέρρα Λεόνε.
 
Για μένα τα πράγματα ποτέ δεν επανήλθαν ουσιαστικά όπως ήταν πριν τη Σιέρρα Λεόνε. Θα έλεγα ότι αυτή ήταν η πιο δυνατή εικόνα που θυμάμαι, δηλαδή ουσιαστικά γίναμε εμείς οι ίδιοι που πήγαμε να καλύψουμε το story, τελικά γίναμε το story. Εκεί ξέρεις στη Σιέρρα Λεόνε άμα πας δηλαδή στο Official Site της κυβέρνησης, είναι σε μια περίοπτη θέση η ιστορία αυτή για μας.
 
Να σου πω, ένα απίστευτο πράγμα που μου συνέβη όταν γύρισα τέλος πάντων στην Αθήνα, μια μέρα ήμουν εδώ στο γραφείο και μπήκα στο ασανσέρ για να κατέβω στο ισόγειο και ήταν και ένας Αφρικανός, courier μες στο ασανσέρ, ο οποίος τον κοίταγα καλά-καλά και μου φάνηκε ότι πρέπει να είναι από την Δυτική Αφρική γιατί πλέον αναγνωρίζω και του είπα μια έκφραση που είναι στην διάλεκτο της Σιέρρα Λεόνε, που είναι σαν χαιρετισμός. Και αυτός γούρλωσε τα μάτια και μου λέει, στα αγγλικά βέβαια, και μου λέει «εσύ πού το ξέρεις αυτό;» Λέω έχω πάει στη Σιέρρα Λεόνε  και γυρνάει και μου λέει «τι δουλειά κάνεις;». Λέω, είμαι φωτογράφος στο Reuter. «Είσαι ο Γιάννης;».
 
Και αυτός είναι ένας τύπος που δουλεύει εδώ και μάλιστα ζει κοντά στο σπίτι μου και τον βλέπω κατά διαστήματα και τελικά ξέρεις, αυτό ήταν. Το συμπέρασμα της όλης φάσης της αποστολής στη Σιέρρα Λεόνε είναι ότι τελικά πήγαμε να κάνουμε ένα story και γίναμε εμείς οι ίδιοι story.
 
Θα μας πείτε για το χρονικό της επίθεσης που δεχτήκατε;
 

Λοιπόν, εμείς κάθε μέρα προσπαθούσαμε, υπήρχαν κάποιοι, όχι πολλοί δημοσιογράφοι, γιατί εντάξει, το αεροδρόμιο δεν λειτουργούσε, γενικά οι πρόσφυγες της Σιέρρα Λεόνε εκείνη την εποχή ήταν πάρα πολύ δύσκολοι. Και οι δημοσιογράφοι ήταν πολύ λίγοι. Εγώ με το team του Reuters, τον cameraman και τον δημοσιογράφο, προσπαθούσαμε κάθε μέρα να βρούμε ας πούμε ένα story λίγο διαφορετικό,. Ανακαλύψαμε τέλος πάντων κάποια στιγμή ότι μπορούσαμε να πάμε παίρνοντας, τα ανάλογα ρίσκα, αρκετά μακριά από την πρωτεύουσα και να μπούμε μέσα στην καρδιά του εμφυλίου, σε μια απόσταση γύρω στα 40 με 50 χιλιόμετρα βόρεια από την Freetown. Γνωρίσαμε κάποιους στρατιώτες τέλος πάντων, κάναμε κάποιες ας πούμε φιλίες. Τους είχαμε πάει και κάποια εφόδια, κάποια φαγητά, κάποια τσιγάρα κλπ., και είχαμε πρόσβαση.
 
Ανακαλύψαμε λοιπόν κάποια μέρα αυτό που είχα πει και πιο πριν, στολές στρατιωτών των Ηνωμένων Εθνών μαζί με τα απομεινάρια τους. Γυρίσαμε πίσω, το είπαμε στα Ηνωμένα Έθνη γιατί τους ψάχνανε, αυτοί οι 500 είχαν εξαφανιστεί. Τους είπαμε ότι είχαμε αρχίσει και βρίσκαμε απομεινάρια τους και ότι θα έπρεπε να έρθουν κάποια στιγμή μαζί μας για να τους δείξουμε πού τα βρήκαμε αυτά και να πάρουν DNA να δούνε ποιοι ήταν αυτοί κλπ. Οι αρχές των Ηνωμένων Εθνών δεν τολμήσανε να έρθουν μαζί μας. Τέλος πάντων, κάποια από αυτές τις μέρες λοιπόν που καλύπταμε το ρεπορτάζ, μας είχαν πει αυτοί οι γνωστοί μας οι στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού, ότι την επόμενη μέρα θα κάνανε μια επίθεση για να καταλάβουν μια πόλη ονόματι Λούντσαρ.
 
Οπότε ξεκινήσαμε και πήγαμε. Μάλιστα ήρθε μαζί μας και ένας cameraman του Associated Press, ο οποίος ήταν γνωστός από παλιά, φίλος κλπ. και είπε ότι θα έρθει και αυτός γιατί ξέρεις, το competition, ο ανταγωνισμός είναι τρομερός οπότε αυτός για να αισθάνεται και καλά, έπρεπε να έρθει για να καλύψει και αυτός το story, ενώ δεν ήθελε να έρθει και αυτό ήταν ένα τραγικό κομμάτι της ιστορίας. Τέλος, παραβρεθήκαμε λοιπόν εκεί πέρα και κάποια στιγμή ακούγαμε ότι γινόταν μάχη κάπου μακριά. Είχαν έρθει και δύο ελικόπτερα, μισθοφόροι τα είχαν από την Νότια Αφρική. Και αποφασίσαμε να προχωρήσαμε. Φαντάσου τώρα μέσα στην ζούγκλα, στη μέση του πουθενά. Ο αξιωματικός που ήταν εκεί μας είπε ότι για να πάμε έπρεπε να έχουμε και συνοδεία με κάποιους στρατιώτες, αλλά βασικά νομίζω ήθελε να στείλει κάποιους στρατιώτες στο μέτωπο γιατί δεν είχαν καθόλου μέσα μεταφοράς, οπότε ουσιαστικά χρησιμοποίησε ένα τζιπ που είχαμε εμείς και ένα άλλο αυτοκίνητο για να τους μεταφέρει.
 
Οπότε ξεκινήσαμε δύο από το στρατόπεδο που βασικά δεν ήταν στρατόπεδο, ήταν ένα ξέφωτο στην ζούγκλα, και ξεκινήσαμε μεσημεράκι για να πάμε προς την μάχη. Οπότε ήμασταν, αν θυμάμαι καλά, ήμασταν συνολικά τέσσερις δημοσιογράφοι, τρεις του Reuter και ένας του Associated Press και γύρω στους δέκα στρατιώτες. Όλοι μαζί σε δύο αυτοκίνητα. Καθώς προχωρούσαμε σε αυτόν τον χωματόδρομο και ανακαλύπταμε όλο και καινούριες εικόνες, θυμάμαι, καμένα αυτοκίνητα των Ηνωμένων Εθνών αριστερά, δεξιά κλπ., κάποια στιγμή, γύρω στα 7-8 χιλιόμετρα από το στρατόπεδο, πέσαμε σε μια ενέδρα στη μέση της ζούγκλας. Εγώ καθόμουν στο πίσω κάθισμα στο πρώτο αυτοκίνητο ανάμεσα σε δύο στρατιώτες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι είδα τους επαναστάτες να πηδάνε μέσα από τους θάμνους, μπροστά μας στα τριάντα-σαράντα μέτρα και να πυροβολούν προς το αυτοκίνητο.
 
Ήταν μια έκρηξη αδρεναλίνης. Σκέφτηκα ότι εδώ είναι το τέλος, φτάσαμε σε εκείνη τη στιγμή. Είπα στον οδηγό ο οποίος ήταν φίλος μου, ο Kurt, ενστικτωδώς του λέω «πάτα το γκάζι, πάτα το γκάζι», να πατήσει το γκάζι να πάμε πού; Κατευθείαν πάνω στην ενέδρα. Και γύρισα και είδα ότι είχε σκοτωθεί. Το αυτοκίνητο είχε γίνει σαν τυρί. Δηλαδή είχε σφαίρες παντού. Και εγώ περίμενα ότι θα φάω μια σφαίρα και πώς θα είναι, θα αισθανθώ πολύ πόνο; Θα φάω μια σφαίρα στο κεφάλι και θα πεθάνω; Δεν θα καταλάβω κάτι; Κάτι τέτοιες σκέψεις.
 
Οι στρατιώτες που ήταν στο αυτοκίνητο, αριστερά μου και δεξιά, εγώ αμέσως ενστικτωδώς είπα στον δεξιά μου, τον σκούντηξα και του είπα να βγει έξω από το αυτοκίνητο, να πηδήξει έξω από το αυτοκίνητο. Γυρνώντας κατάλαβα ότι ήταν σκοτωμένος. Ο δε αριστερά μου πανικοβλήθηκε, πέταξε το όπλο του και προσπάθησε να βγει από το παράθυρο το δεξιό, οπότε ουσιαστικά ανέβηκε από πάνω μου, σκαρφάλωσε πάνω μου και ανάμεσα στον σκοτωμένο στρατιώτη δεξιά και θυμάμαι τα πόδια του να χτυπάνε το πρόσωπό μου καθώς αυτός κρεμόταν ο μισός έξω από το αυτοκίνητο.
 
Οι σφαίρες έρχονταν, εμείς πλησιάζαμε ακόμα πιο πολύ προς αυτούς. Και κάποια στιγμή από το πίσω αυτοκίνητο που επίσης ήταν ο cameraman του Associated Press μαζί με κάποιο στρατιώτη, ανοίξανε πυρ, οπότε κατά κάποιον τρόπο σταμάτησαν να ασχολούνται μαζί μας και χτυπάγανε το πίσω αυτοκίνητο. Αυτό μου έδωσε δύο-τρία δευτερόλεπτα να καταφέρω τελικά να πετάξω το πτώμα που ήταν δεξιά μου του στρατιώτη και να πηδήξω έξω από το αυτοκίνητο ενώ ακόμη ήταν εν κινήσει.
 
Το αυτοκίνητο πήγαινε μόνο του όλη αυτήν την ώρα;
 

Ναι, σιγά-σιγά, πέντε χιλιόμετρα την ώρα, βασανιστικά. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο έπεσε σε ένα χαντάκι, δίπλα ακριβώς στους επαναστάτες. Βγήκα από το αυτοκίνητο μαζί με τις κάμερες και έτρεξα προς την ζούγκλα. Μπήκα στην ζούγκλα, δεν ξέρω, πρέπει να έτρεξα. Ο χρόνος γινόταν ώρες, είχε σταματήσει ο χρόνος. Αυτό είναι το κλασσικό που συμβαίνει. Κάποια στιγμή δεν μπορούσα να αναπνεύσω πια από το τρέξιμο και από την ταραχή και από την αδρεναλίνη και από όλα αυτά. Έπεσα στο έδαφος, θυμάμαι φόραγα ένα χακί παντελόνι και ένα άσπρο μπλουζάκι από κάτι αγώνες άρσης βαρών που είχαν γίνει στην Ελλάδα. Έπεσα κάτω, επανήλθαν λίγο οι σφυγμοί μου που έπρεπε να είχαν φτάσει πάνω από 200. Η μάχη συνεχιζόταν χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς πού και τι. Και αμέσως άρχισε να δουλεύει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.
 
Κάποια πράγματα που είχα μάθει όλα αυτά τα χρόνια καλύπτοντας πολέμους και κάποια μαθήματα που είχα κάνει σε ειδικά σχολεία επιβίωσης κλπ., οπότε βρέθηκα μέσα στη ζούγκλα μόνος μου τελείως. Οπότε, ξέρεις, όταν είσαι μόνος σου δεν υπάρχουν ψέματα, δεν έχεις κάποιον άλλον να τους πεις «έλα, όλα καλά θα πάνε», ή «πρέπει να κάνουμε κάτι, θα τα καταφέρουμε». Είσαι με τον εαυτό σου. Οπότε η αλήθεια είναι εκεί, ξέρεις, και την αντιμετωπίζεις μόνος σου. Άρχισα αμέσως, όπως σου είπα, να δουλεύει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Πήρα χώμα και λάσπη και κάλυψα το άσπρο Τ-shirt και το πρόσωπό μου και άρχισα να κινούμαι πολύ σιγά, πάντα στο έδαφος, προσπαθώντας κατά κάποιο τρόπο να φύγω όσο πιο μακριά γίνεται από εκεί που ήταν η ενέδρα, αλλά φαντάσου ότι όλο αυτό το πράγμα γίνεται με 99% υγρασία, τριάντα τόσους βαθμούς Κελσίου και σε ένα χώρο που δεν έχω ιδέα πού είμαι, δηλαδή είναι ζούγκλα, όλα είναι πράσινα και δεν  υπάρχει καμία αίσθηση προσανατολισμού.
 
Άρχισα να κινούμαι σιγά-σιγά. Κάποια στιγμή, εντεινόταν ο θόρυβος της μάχης, κάποιες στιγμές σταμάταγε, μετά ξανάρχιζε πάλι. Επειδή δεν υπήρχε αίσθηση προσανατολισμού, όλα ήταν πράσινα, ζούγκλα, δεν μπορούσες να καταλάβεις ακριβώς από πού έρχονται οι σφαίρες, ποιος πυροβολεί κλπ., αυτό που κατάλαβα ήταν ότι κάποια στιγμή αυτοί που μας έκαναν ενέδρα άρχισαν να ψάχνουν για μένα. Εντάξει, εγώ δεν είχα κανένα όπλο μαζί μου. Το μόνο που έκανα ήταν, βρήκα αυτό που θεώρησα καλύτερη κρυψώνα εκείνη τη στιγμή και με το δεδομένο ότι είχα αλειφθεί με λάσπες και με πράσινο. Είχαν έρθει κοντά μου αυτοί και με ψάχνανε.
 
Πώς γνώριζαν ότι υπήρχε κάποιος που είχε επιζήσει;
 

Μας είδαν. Δηλαδή, το αυτοκίνητο όπως πήγαινε σιγά-σιγά με τον οδηγό νεκρό και κυλούσε βασανιστικά κυριολεκτικά και να βλέπω αυτούς τους τύπους να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν, δηλαδή λέω, σε λίγο το όπλο τους θα μου κολλήσει εδώ. Αλλά μπήκαν, ξέρεις, στην μάχη και οι άλλοι στρατιώτες από το άλλο το αυτοκίνητο, οπότε, ξέρεις, δεν ασχολήθηκαν, είχαν και κάτι άλλο να ασχοληθούν. Ήταν αυτά τα δύο-τρία δευτερόλεπτα. Όλο αυτό δεν φαντάζομαι να διήρκησε περισσότερο από ενάμιση-δύο λεπτά, η φάση της ενέδρας δηλαδή, έτσι; Γιατί ήταν πολύ κοντά, δηλαδή έβλεπα τα πρόσωπά τους.
 
Δηλαδή τι να σου πω τώρα, έμεινα με ανοιχτό στόμα, δηλαδή λέω, παίζω σε ταινία του Hollywood, αλλά είναι αληθινές οι σφαίρες. Δηλαδή τώρα, ο δεξιά μου νεκρός, ο μπροστά μου, ο φίλος μου έφαγε κάποιες σφαίρες που ερχόντουσαν σε μένα. Τέλος πάντων και σταμάτησε το αυτοκίνητο, ξέρεις, πετάχτηκα έξω σε μια κατάσταση τρέλας. Όταν λοιπόν φτάσαμε στο σημείο που άκουγες να πέφτουν πυροβολισμοί, μετά σταματάγανε για λίγο, μετά ξανά, κροτάλισμα πολυβόλου, μετά μία-μία σφαίρα, μετά φωνές, μετά ουρλιαχτά, μετά εκρήξεις. Ρίξανε RPG στο δικό μας το αυτοκίνητο, ρίξανε δύο αντιαρματικούς πυραύλους. Ο ένας πέρασε από πάνω και ο άλλος πέρασε από κάτω και έσκασε κάτω από το αυτοκίνητο. Δηλαδή τώρα δεν γίνονται αυτά τα πράγματα.
 
Τέλος πάντων, και κάποια στιγμή λοιπόν άρχισαν και ψάχνανε, γιατί πετάχτηκα και έτρεξα στη ζούγκλα και εγώ και ο φίλος μου ο cameraman, ένας Νοτιοαφρικανός ο οποίος καθόταν μπροστά, δίπλα στον Kurt, άνοιξε την πόρτα και έφυγε και αυτός και μπήκανε με διαφορά ας πούμε δυο-τριών δευτερολέπτων στην ζούγκλα η οποία ήταν πάρα πολύ πυκνή και χαθήκαμε. Οπότε δεν ήξερα αν ζει αυτός. Και  μάλιστα πέταξα και την κάμερά του και θυμάμαι ότι τον βλέπω να μπαίνει μπροστά μου, είκοσι μέτρα μπροστά μου, να μπαίνει μες στην ζούγκλα και να πετάει την κάμερα κάτω η οποία ήταν μες στο αίμα. Και δεν ήξερα τώρα πού έχει φάει την σφαίρα αυτός, θα ζήσει; Θα πεθάνει μέσα στην ζούγκλα;
 
Αλλά μέσα σε όλα αυτά σου λέω ότι εκείνη τη στιγμή ας πούμε δεν μπορούσα να σκεφτώ «αχ, τι γίνεται, ζουν οι άλλοι; Τα καταφέρανε; Δεν τα καταφέρανε;» διότι ήμουν μόνος μου, δηλαδή εγώ δεν είχα κανένα μέσο για να κάνω τίποτα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να καταφέρω να επιβιώσω, αν θα μπορούσα.
 
Τέλος πάντων, κάποια στιγμή λοιπόν θεωρώ – χωρίς να ξέρω – ότι αυτοί ψάχνανε για μένα, γιατί ακούω, ξέρεις, τα θροΐσματα των φύλλων και των δέντρων και των θάμνων ανθρώπους να περπατάνε και να φωνάζουν και να περνάνε. Εκείνη τη στιγμή είχα χωθεί κάτω από έναν θάμνο καλυμμένος με όλα αυτά τα διάφορα, τις λάσπες και τα φύλλα τα σάπια κλπ., με το πρόσωπό μου να κοιτάει προς τα κάτω γιατί ήταν το μόνο άσπρο πράγμα μέσα στο, έτσι; Και θυμάμαι ότι άκουγα να περνάνε ξέρω ‘γω, δέκα μέτρα; Αυτοί που μας κάνανε την ενέδρα πρέπει να ήταν πέντε-δέκα μέτρα από μένα και φωνάζανε μεταξύ τους. Θεώρησα ότι ψάχνουν για μένα. Τι λογική; Λέω, ψάχνουν για μένα. Πρέπει να κρυφτώ. 
 
Και κάποια στιγμή περάσανε, δηλαδή τι να σου πω, αισθάνθηκα την μυρωδιά τους, περάσανε, δεν με είδανε, δεν με βρήκανε. Μετά ξαναρχίσανε οι πυροβολισμοί και αυτό πια άρχισε να γίνεται, να περνάει πολλή ώρα. Δηλαδή, μου έχουν τύχει καταστάσεις δύσκολες οι οποίες έχουν κρατήσει ένα λεπτό, δύο, πέντε, δέκα. Και αυτό το πράγμα συνέχιζε και συνέχιζε και συνέχιζε και συνέχιζε και όσο πέρναγε η ώρα δεν ήξερα ακριβώς εάν είναι υπέρ μου ή κατά μου. Και αν αυτοί ψάχνουν για μένα. Εν τω μεταξύ άρχισαν να μου έρχονται στο μυαλό, γιατί σου λέω, εκείνη την ώρα λειτουργούσε πολύ το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, άρχισαν να μου έρχονται στο μυαλό όλα αυτά τα πράγματα που είχα ακούσει και ήξερα για την Αφρική, ότι μόνο οι πιο δυνατοί επιβιώνουν, ότι αυτοί οι τύπου ζούσαν και είχαν μεγαλώσει μες στην ζούγκλα, μπορούσαν να μιμηθούν φωνές ζώων, επικοινωνούσαν μεταξύ τους, δεν τους επηρέαζε η έλλειψη νερού, ήταν πολύ δυνατοί, ήταν πολύ πιο νέοι από μένα, εγώ ήμουν ήδη σαράντα χρονών και αυτοί ήταν είκοσι-εικοσιπέντε χρονών.
 
Οπότε μέσα στο μυαλό μου με μια λογική σαν ξυράφι, έβαζα όλα τα υπέρ και όλα τα κατά και αμέσως αισθάνθηκα χαρά γιατί κατάλαβα ότι ξέρω τι μου γίνεται και ότι είμαι σε καλό δρόμο και δεν έχω πάθει φρίκη ή να πω «ω Χριστέ μου, πεθαίνω τώρα» και τέτοια ας πούμε και ξέρω τι κάνω και είμαι δυνατός. Οπότε τέλος πάντων, περάσανε, δεν με είδαν και εγώ σιγά-σιγά άρχισα να κινούμαι, κάποια στιγμή έκανα με ένα ξυλαράκι ένα χάρτη, το πού βρίσκομαι. Και βγήκα από το αυτοκίνητο από την δεξιά μεριά, αλλά μπήκα αριστερά στην ζούγκλα γιατί δεν ήθελα να χαθώ. Άμα χαθείς δηλαδή δεν ακούγεται καθόλου καλό. Κάποια στιγμή φόραγα μια ζώνη στην οποία κρέμονταν φακοί, τέτοια πράγματα, η οποία πιανόταν συνέχεια και κούναγε τα πάντα, φύλλα και αυτά οπότε λέω, θα με ακούσουνε.
 
Την έβγαλα πολύ σιγά, την έβαλα κάτω και την σκέπασα με φύλλα. Δηλαδή λειτουργούσα πάρα πολύ συνειδητά και αυτό μου έδινε κουράγιο, δηλαδή το ότι ξέρω τι κάνω, ότι δεν έχω χάσει την ψυχραιμία μου, ότι είμαι δυνατός, ότι εγώ θα επιβιώσω, ότι, ότι, ότι. Αυτό συνεχίστηκε για πάρα πολλή ώρα και κάποια στιγμή ας πούμε σταμάτησαν οι πυροβολισμοί αλλά άκουγα φωνές ζώων, δεν μου άρεσε καθόλου γιατί αισθανόμουν ότι είναι αυτοί οι τύποι οι οποίοι είναι κάπου εκεί κοντά και θα έρθουν να με βρούνε και διάφορα τέτοια. Οπότε δεν εφησυχάστικα, δηλαδή συνέχισα να είμαι 100% focus και ξέρω τι κάνω κλπ.
 
Κάποια στιγμή ήρθε το δεύτερο επεισόδιο το οποίο ήταν ακόμα πιο τρομακτικό, όπου προφανώς οι στρατιώτες που πηγαίναμε να δούμε που ήταν 5-6 χιλιόμετρα πιο μπροστά, προσπαθούσαν να πάρουν αυτή την πόλη, την Λούντσαρ, ακούσανε όλη αυτή την φασαρία και φοβήθηκαν ότι τους έχουν περικυκλώσει, τους έχουν αποκόψει, οπότε γυρίσαμε πίσω και αυτοί ήταν γύρω στα διακόσια άτομα και το μόνο όχημα που υπήρχε στην περιοχή το είχαν αυτοί, όπου ήταν ένα φορτηγό που είχε ένα τετράδιμο αντιαεροπορικό πολυβόλο τεράστιο. Και ο τρόπος που δουλεύουν αυτοί μέσα στην ζούγκλα είναι να περπατάς στον δρόμο και να είναι οι μισοί να κοιτάν αριστερά, οι μισοί δεξιά και να αδειάζουν τα όπλα τους μες στην ζούγκλα χωρίς να βλέπουν τίποτα.
 
Οπότε ξαφνικά βρέθηκα στην τρομακτικά δυσάρεστη θέση να με πυροβολούν αυτοί που υποτίθεται ήμουν μαζί τους χωρίς να ξέρουν βέβαια ότι είμαι εκεί, φαντάζονταν ότι είναι – και ήταν – κάποιοι επαναστάτες και αυτοί μες στον φόβο τους και το στυλ της μάχης που είναι εκεί, άδειαζαν ό,τι είχαν και δεν είχαν μέσα στην ζούγκλα αριστερά και δεξιά. Όπου ξαφνικά βρέθηκα κυριολεκτικά να σκάνε οι σφαίρες δίπλα μου, έπεσα κάτω, κάτω ήμουν έτσι και αλλιώς. Προσπάθησα, δεν  υπήρχε ένας κορμός δέντρου για να κρυφτώ από πίσω. Όλα τα δέντρα ήταν πολύ λεπτά. Οπότε δεν είχα κάπου να κρυφτώ και ήταν τελείως επίπεδο το έδαφος, δεν είχε, ξέρεις, λοφίσκους, βουναλάκια, τέτοια για να πω ότι θα κρυφτώ από πίσω.
 
Και να έρχονται οι σφαίρες από τα όπλα τους και από το τετράδιμο αυτό το πολυβόλο ας πούμε το οποίο είναι τρομακτικό και να σκάνε γύρω μου, από πάνω μου, να πέφτουν κλαδιά δέντρων, να έρχονται σφαίρες και να σκάνε μπροστά και να μου έρχεται η λάσπη στο πρόσωπο και να σκέφτομαι «δεν το πιστεύω, σώθηκα από την ενέδρα και τώρα θα με σκοτώσουν οι ίδιοι ας πούμε, χωρίς να ξέρουν ότι είμαι εδώ». Εκείνη την στιγμή πάλι άρχισα να σκέφτομαι πώς θα είναι, θα πεθάνω αμέσως; Θα φάω κάποια σφαίρα κάπου και θα πεθάνω από αιμορραγία μετά από δύο-τρεις ώρες; Ξέρεις, άρχισα να κάνω εφιαλτικά σενάρια. Τελικά δεν με βρήκε καμία σφαίρα.
 
Τέλος πάντων, θυμάμαι δε ότι όταν ήμουν εκεί, ήμουν μέσα στην λάσπη και από την άλλη τι να κάνω; Να σηκωθώ πάνω και να αρχίσω να φωνάζω «παιδιά, μην πυροβολείτε, είμαι εδώ»; Δεν νομίζω ότι θα με άκουγαν. Ήταν τόσος πολύς ο θόρυβος από τα πολυβόλα και τα όπλα που δεν ακουγόταν τίποτα. Και νομίζω ότι αυτοί επειδή δεν ήταν, ξέρεις, οι πιο επαγγελματίες στρατιώτες, βλέποντας κάποιον να πηδάει την ζούγκλα, θα τον σκοτώνανε χωρίς να ρωτήσουν κάτι. Και θυμάμαι ότι όταν ήμουν εκεί ξαπλωμένος μέσα στην ζούγκλα και σε όλη αυτή την φάση, εμφανίστηκαν δύο τεράστιες σαρανταποδαρούσες, τεράστιες, δεν έχω ξαναδεί τέτοια πράγματα, οι οποίες, εντάξει, γενικά δεν μου πολυαρέσουν τα έντομα και οι κατσαρίδες και όλα αυτά. Αλλά εκείνη τη στιγμή πραγματικά αισθανόμουν ότι οι μόνοι φίλοι μου μέσα σε όλο αυτό το χάος ήταν αυτές οι δύο σαρανταποδαρούσες και ήταν ρε παιδί μου σε απόσταση αναπνοής, δηλαδή εγώ δεν ήθελα να κουνηθώ, δεν ήθελα να κάνω τίποτα και όπως ήμουν με το πρόσωπο ας πούμε μέσα στην λάσπη και στα σάπια φύλλα, αυτές κυκλοφορούσαν έτσι μπροστά μου και τις έβλεπα και μπορούσα να δω ξέρεις τα πόδια τους και την κίνησή τους και μου φάνηκε πολύ έτσι ποιητικό το πράγμα.
 
Τέλος πάντων, πέρασε και αυτό. Μετά κατάλαβα ότι οι σφαίρες με προσπεράσανε και πήγαιναν πιο κάτω. Νομίζω πέρασε άλλη μιάμιση με δύο ώρες, νομίζω σύνολο ήταν γύρω στις τρεις ώρες που ήμουν μέσα, όπου συνέχισα να κινούμαι σιγά-σιγά και μάλιστα άρχισα να κάνω και κάποιες σκέψεις του στυλ «εάν με πιάσουν, δεν πρόκειται να πάω αμαχητί, θα τους πετάξω καμιά κάμερα στο κεφάλι, ή θα παλέψω» γιατί ήξερα ότι άμα με πιάσουν, υπήρχε περίπτωση να με αναγκάσουν να γίνω ρεζίλι στον εαυτό μου. Αυτό σκεφτόμουν.

Δηλαδή ότι θα με φοβίσουν, θα με τρομοκρατήσουν τόσο πολύ, θα αρχίσουν να μου κόβουν τα χέρια, τα πόδια που ξέρω ‘γω θα τα χάσω, θα αρχίσω να κλαίω, θα παρακαλάω και δεν ήθελα να επιτρέψω στον εαυτό μου να πάθει κάτι τέτοιο, με έπιασε, ξέρεις, το αντρικό μου, έπρεπε να κρατήσω ας πούμε, δεν μπορώ να γίνω ξεφτίλα. Θα μου πεις, ποιος θα με δει; Ο εαυτός μου -και για μένα είναι σημαντικό να τα έχω καλά με τον εαυτό μου- οπότε λέω, θα τους αναγκάσω να με σκοτώσουν. Ή θα τους επιτεθώ ας πούμε, θα αυτό.
 
Κάποια στιγμή άρχισε να μου περνάει από το μυαλό η σκέψη να αυτοκτονήσω. Όταν δω δηλαδή ότι έχει φτάσει στο σημείο που θα με πιάσουν, να αυτοκτονήσω. Και λέω, πώς θα αυτοκτονήσω; Και άρχισα να κοιτάω γύρω μου να βρω κάποιο τρόπο και δεν μπορούσα να βρω. Μαχαίρι δεν είχα πάνω μου, λέω να πάρω την μηχανή και να αρχίσω να την κοπανάω στο κεφάλι μου. Έβαλα τα γέλια εκείνη την στιγμή. Μόνος μου άρχισα να γελάω. Ξέρεις, τέτοιες σκέψεις.Και η πιο τρομακτική σκέψη που έκανα ήταν, κάποια στιγμή λέω, μήπως έφτασε η ώρα να προσευχηθώ; Και όταν φτάνεις σε αυτό το σημείο είναι νομίζω αυτό που λέμε «τα έχεις δει όλα», δηλαδή εντάξει, δεν είμαι εγώ άνθρωπος ρε παιδί μου που πάω στην εκκλησία, εντάξει, δεν είμαι. Σέβομαι, αλλά δεν είμαι καθόλου θρήσκος. Και λέω, μήπως έφτασε η ώρα να ζητήσω από το Θεό να με βοηθήσει; Και συζήταγα με τον εαυτό μου τώρα, έτσι; Και μετά λέω, μα τι λες; Δηλαδή, τόσα χρόνια δεν έχεις ασχοληθεί και τώρα θα ζητήσεις; Άσε που αυτό σημαίνει ότι έχεις παραδώσει τα όπλα. Για μένα ας πούμε είναι το τελευταίο πράγμα, «Θεέ μου, συγχώρεσέ με, πεθαίνω τώρα». Οπότε άμα το πάρεις αυτό, σημαίνει ότι έχεις παραδώσει τα όπλα και ότι βασικά κάνεις κάτι άδικο, δηλαδή τόσα χρόνια δεν έχω ασχοληθεί ποτέ με τον Θεό και τώρα ξαφνικά θα ασχοληθώ, δηλαδή, σοβαρέψου Γιάννη.
 
Οπότε λέω, άστο αυτό καβάτζα για την επόμενη φορά που τα πράγματα θα είναι πραγματικά πολύ δύσκολα. Οπότε εκείνη τη στιγμή αμέσως έγινε ένα κλικ μέσα μου ότι ρε παιδί  μου θα τα καταφέρω, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και στο κάτω-κάτω είχα πλέον γίνει φίλος με την ιδέα ότι θα πεθάνω και δεν με τρόμαζε η ιδέα και άρχισα να κάνω αυτό που σου έλεγα, ηρωικές σκέψεις για το θάνατο, δηλαδή θα έρθουν αυτοί οι τύποι και εγώ δεν πρόκειται ας πούμε να καταρρεύσω και να τους παρακαλέσω και αυτά. Θα τσαμπουκαλευτώ μαζί τους, ξέρεις, θα τους επιτεθώ και θα με σκοτώσουν και θα τελειώσει η υπόθεση. Αυτό. Αλλά όλες αυτές τις σκέψεις τις έκανα, ξέρεις, και πέρναγε η ώρα. Κάποια στιγμή είχα κουραστεί τόσο πολύ, λέω τώρα, συγνώμη, τι κάνω εγώ εδώ; Θα έρθει κάποιος να με σώσει; Αποκλείεται. Δηλαδή τι; Και καλά τι; Θα έρθουν ξέρω ‘γω οι Αμερικάνοι, ή οι Άγγλοι ή οι Έλληνες να με σώσουν; Είμαι μόνος που και θα τα καταφέρω μόνος μου.
Οπότε κάποια στιγμή ας πούμε έβαλα τα πράγματα κάτω και λέω πρέπει να είμαι εν σχέση με την ενέδρα εκεί και θα ξαναβγώ στον δρόμο. Και βγήκα στον δρόμο και πραγματικά, όλες αυτές τις τρεις ώρες είχα προχωρήσει τριακόσια μέτρα το πολύ. Οπότε βγήκα στον δρόμο.
 
Κοιτάω, ένας δρόμος στην μέση της ζούγκλας, έτσι; Και βλέπω στο βάθος τα αυτοκίνητά μας. Το τζιπ στην μέση του δρόμου και το αυτοκίνητο που ήμουν εγώ το πρώτο μέσα στο χαντάκι καμένο. Οπότε περπάτησα προς τα αυτοκίνητα. Περπάταγα σε κάλυκες, θυμάμαι τον ήχο από τους κάλυκες, όλα αυτά, τις σφαίρες που έριξαν οι στρατιώτες γυρνώντας προς τα πίσω, είναι τρελό. Σαν να έχει χιονίσει κάλυκες. Και φτάνω στο αυτοκίνητο, κοιτάω μέσα, δεν υπήρχε κανένας. Είχαν πάρει τα πτώματα, ποιος δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι είχε γίνει, δεν κατάλαβα. Καμένα τα αυτοκίνητα. Άνοιξα το πορτμπαγκάζ γιατί είχα ένα δορυφορικό τηλέφωνο, δεν υπήρχε. Πάω στο αυτοκίνητο το άλλο, το τζιπ το οποίο φαινόταν ΟΚ, δεν ήταν καμένο, λέω να το βάλω μπρος να φύγω, ξέρω ‘γω. Με τίποτα.
 
Οπότε μετά λέω ΟΚ. Τώρα περπατάμε. Κάθισα στην μέση του δρόμου γιατί λέω τώρα τελείωσε ρε παιδί μου, τώρα δεν πρόκειται να ξαναμπώ μες στην ζούγκλα και να κρύβομαι και να κάνω. Ή όλα ή τίποτα. Οπότε πήγα στη μέση του δρόμου, στη μέση κυριολεκτικά του δρόμου και περπάταγα, περπάταγα, περπάταγα. Κάποια στιγμή σήκωσα την κάμερα και τράβηξα κάποιες φωτογραφίες τον εαυτό μου σκεφτόμενος ότι εντάξει, ξέρω ‘γω; Αυτές μπορεί να είναι οι τελευταίες φωτογραφίες και ίσως βρούνε την κάμερα ή τον δίσκο, ξέρεις, γιατί είναι ψηφιακή, κάποιος και κυκλοφορήσει τις φωτογραφίες και πούνε «Να, αυτές είναι οι τελευταίες φωτογραφίες του δημοσιογράφου» κλπ., κλπ. και δεν συνάντησα ψυχή για εφτά χιλιόμετρα. Ξαφνικά γύρισα πίσω. Έφτασα πίσω από κει που είχα ξεκινήσει. Τελικά γύρισα πίσω. Με αναγνωρίσανε. Ο Marco ο cameraman είχε σωθεί. Μια σφαίρα τον είχε χτυπήσει στο χέρι αλλά τίποτα ιδιαίτερο. Οπότε μόλις με είδε, έτρεξε και με αγκάλιασε και αυτά, «αδελφέ μου, σώθηκες» κλπ. και νομίζω αισθανόταν και λίγο άσχημα γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα ή δεν έκανε τίποτα για να με βρει. Ήταν τα πτώματα του Kurt και του Miguel και οχτώ-εννιά στρατιωτών, εκεί.
 
Τα βάλαμε σε ένα φορτηγό και πήγαμε προς τα πίσω, αλλά η φάση που εγώ έχω φτάσει εκεί  και περπατάω, βλέπω ξαφνικά αριστερά και δεξιά όλους αυτούς τους στρατιώτες οι οποίοι ήταν σε κακή κατάσταση και τρομαγμένοι και κουρασμένοι και αυτά, να με κοιτάνε λες και βλέπουν φάντασμα και να σηκώνονται όρθιοι και να φωνάζουν εν χορώ «Rambo, Rambo, Rambo» και ήρθαν όλοι και με αγκάλιαζαν και αυτά και ξέρεις τι κάνανε; Τρελό σενάριο, τρελή ταινία από Hollywood, δηλαδή τι να σου πω; Πήγανε και βάζανε τα χέρια τους στο αίμα αυτών που σκοτωθήκανε και έρχονταν και μου βάζανε αίμα στο πρόσωπο. Τρελά, ξέρεις, ότι και καλά άτρωτος και ξέρω ‘γω τι, τώρα να με κάνουν αρχηγό τους και τέτοια.
 
Τέλος πάντων. Μετά βάλαμε τα πτώματα σε αυτό το φορτηγό, το μοναδικό που υπήρχε εκεί και γυρίσαμε πίσω προς την Freetown όπου μετά την μεθεπόμενη  μέρα έβαλαν κάποιο charter αεροπλάνο το Reuter και το Associated Press και φύγαμε όλοι και τα παιδιά, οι νεκροί, πήγανε Ακτή Ελεφαντοστού. Βρήκα φέρετρα γι’ αυτούς, γιατί ξέρεις, ο ένας, δηλαδή η τρέλα, ο ένας, ο Kurt ο φίλος μου ήταν άθεος και ο Miguel, ο cameraman του Associated Press ήταν πολύ θρήσκος, καθολικός. Οπότε βρήκα τα ανάλογα φέρετρα για τον καθένα. Μετά φύγαμε και εγώ πήγα Ουάσιγκτον για την κηδεία του Kurt. Ο Miguel πήγε Ισπανία. Παρέδωσα τα πτώματα στους συγγενείς.
 
Μετά από όλα αυτά, θα ξαναπηγαίνατε ποτέ στη Σιέρρα Λεόνε;
 

Θέλω να ξαναπάω. Θέλω να ξαναπάω να δω το μέρος που σκοτώθηκε ο Kurt. Τρελό έτσι; Ένα χρόνο μετά, ένας φίλος μας δημοσιογράφος για τους Times του Λονδίνου ο οποίος έφαγε μια ψυχολογική φρίκη τρελή που σκοτώθηκε ο Kurt και ο Miguel και δεν ήταν εκεί, γύρισε για να κάνει ρεπορτάζ ένα χρόνο από την ενέδρα και βρήκε τον αρχηγό της ομάδας που μας έκανε την ενέδρα, ο οποίος πλέον ήταν με τους κυβερνητικούς. Και του λέει, «ναι», του λέει, «είναι γνωστό story στην Σιέρρα Λεόνε για τους δημοσιογράφους που σκοτώθηκαν και λοιπά και τον Rambo που επιβίωσε» και κάτι τέτοια.
 
«Εγώ ήμουν ο αρχηγός της ομάδας αυτής» και λέει «εντάξει ρε παιδί μου, είναι μια τακτική πολέμου, κάναμε ενέδρα στις γραμμές ανεφοδιασμού του εχθρού». Και του λέει «και οι λευκοί;» «Νομίζαμε ότι ήταν SAS, Βρετανοί. Αλλά ό,τι και να ήταν, δεν μας ενδιέφερε. Μαζί με στρατιώτες ήταν». Και ήρθαν διάφοροι σε μένα και είπαν, εκδίκηση και αυτά. Και λέω, συγνώμη, τι εκδίκηση; Στον πόλεμο έχουμε πάει, μήπως με ξέρανε και από χθες και θέλανε να με σκοτώσουν δηλαδή; Εντάξει.
 
Από την εμπειρία σας, σαν φωτογράφος σε εμπόλεμες ζώνες, βλέπετε κοινά σημεία στους πολέμους;
 

Βλέπω πάρα πολλά κοινά σημεία και τα βλέπω βλέποντας τις φωτογραφίες μου από διαφορετικούς πολέμους. Κατά διαστήματα, κοιτώντας το αρχείο μου, βλέπω κυριολεκτικά τις ίδιες ακριβώς καταστάσεις με διαφορά δέκα χρόνων και μιας ηπείρου. Δηλαδή θυμάμαι εικόνες από το πρώτο πόλεμο του Κόλπου, στο Βόρειο Ιράκ, ανθρώπους πρόσφυγες επάνω στα βουνά να προσπαθούν να παλεύουν για ένα καρβέλι ψωμί κυριολεκτικά και να έχουν πέσει όλοι και τις ίδιες ακριβώς φωτογραφίες στο Κόσσοβο, όταν άρχισαν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ και έφυγαν οι πρόσφυγες προς την FYROM.
 
Εντάξει, το αίμα έχει το ίδιο χρώμα, πάντα βλέπεις φωτογραφίες με αίμα. Τα ίδια συναισθήματα. Διαφέρουν οι λόγοι αλλά ουσιαστικά και οι λόγοι είναι οι ίδιοι, δηλαδή είναι πετρέλαιο, διαμάντια, εξουσία και κάπου παίζει και η θρησκεία, αλλά νομίζω ότι η θρησκεία συνήθως είναι ξέρεις, ένα πέπλο για να δώσουμε ένα ωραίο χρώμα και ένα λόγο πιο και καλά ουσιαστικό. Αλλά ξέρεις, εφόσον συνήθως είναι ίδιοι οι λόγοι, τα χρώματα διαφέρουν. Δηλαδή απλά στην Αφρική ήταν κόκκινο αίμα σε μαύρο φόντο. Αλλού είναι κόκκινο αίμα σε άσπρο φόντο, ας πούμε.
 
Η Αφρική είναι διαφορετική. Επειδή έχω δουλέψει και στη Σιέρρα Λεόνε και στη Σομαλία το ’92 που γινόταν εμφύλιος, δεν υπάρχουν, ή κάπου αλλού, στην Γιουγκοσλαβία ας πούμε ή στην Τσετσενία ή στο Αφγανιστάν, κάποιος έχει λόγο να σε σκοτώσει. Εκεί δεν χρειάζεται να έχει λόγο να σε σκοτώσει κάποιος, απλά σε σκοτώνει γιατί βρίσκεσαι εκεί. Να σου πω, στην Αφρική, η μεγάλη διαφορά είναι ότι όταν είσαι εκεί, εγώ είμαι λευκός, οπότε ήμουν σαν την μύγα μες στο γάλα, το αντίθετο. Οπότε δεν μπορούσες να κρυφτείς. Και πάντα ισχύει το ότι  κάπου μέσα τους οι άνθρωποι σκέφτονται ότι για όλα φταίνε οι λευκοί. Εντάξει, δεν έχουν και άδικο. Δηλαδή, και αυτό που έγινε στη Σιέρρα Λεόνε, αυτοί που παίρνουν τα διαμάντια κλπ. Αλλά η Αφρική είναι ξεχωριστή και οι συνθήκες είναι πολύ πιο δύσκολες. Σε σκοτώνει κάτι πολύ απλό που δεν θα σε σκότωνε ας πούμε στην Ευρώπη, σε έναν πόλεμο στην Ευρώπη, στην Γιουγκοσλαβία, και στη Μέση Ανατολή ίσως.

Και οι λόγοι για να σε σκοτώσει κάποιος δεν υπάρχουν. Απλά βρίσκεσαι εκεί, οπότε σε σκοτώνουν.
 
Η αγριότητα, τα βασανιστήρια, οι ακρωτηριασμοί, οι βιασμοί ήταν μέρος του πολέμου ή ήταν μια κατάσταση που τροφοδοτήθηκε;
 

Κοίταξε, η αγριότητα, στην Αφρική, στη Σιέρρα Λεόνε, οι άνθρωποι πιστεύανε ότι φορώντας ας πούμε χαϊμαλιά δεν πρόκειται να πεθάνουν, είναι άτρωτοι. Οπότε αυτόματα οι ισορροπίες αυτές που ξέρουμε εμείς σαν δυτικοί και πιο προηγμένοι στην κουλτούρα, δεν ισχύουν. Οπότε εκεί ισχύει ότι παραδείγματος χάριν, αν σκοτώσεις κάποιον και του φας την καρδιά γίνεσαι άτρωτος, οπότε θα σε σφάξει και θα σου φάει την καρδιά. Στην Γιουγκοσλαβία δεν θα το κάνει κανένας αυτό γιατί ξέρουν ότι δεν ισχύει. Οπότε αυτομάτως τα ναρκωτικά, το ότι υπάρχουν πολλά παιδιά στρατιώτες, το ότι υπάρχει πολύ μίσος το οποίο είναι φυτρωμένο από την στιγμή που έχουν γεννηθεί ουσιαστικά, το ότι «ο θάνατός σου είναι η ζωή μου», όλα αυτά κάνουν το πράγμα πολύ πιο άγριο. Οπότε ναι, πιστεύω ότι στην Σιέρρα Λεόνε και γενικά στην Αφρική τα πράγματα είναι πολύ πιο άγρια.
 
Τα παιδιά – στρατιώτες είναι μια αιμορραγία γνωστή της Αφρικής και ειδικά στη Δυτική Αφρική και όχι μόνο, όπου είναι κάτι σαν το, αυτό που λέγαμε που μαθαίναμε στο Δημοτικό για το Παιδομάζωμα, όπου παίρνουν παιδιά νήπια που δεν έχουν καμία συναίσθηση για το τι γίνεται και τα μεγαλώνουν μέσα στο μίσος και μέσα σε μια κατάσταση όπου πρέπει να σκοτώσεις για να γίνεις άνδρας, πρέπει να σκοτώσεις για να πάρεις αγαθά.
 
Τους δίνουν ναρκωτικά από μικρά. Εθίζονται στα ναρκωτικά και μετά ακόμα μπορεί να παίξει και το σενάριο «σκότωσε για να πάρεις ναρκωτικά». Πολλές φορές τα στέλνουν τα παιδιά πίσω στα χωριά τους για να σκοτώσουν τους ίδιους τους τους συγγενείς. Και βλέπεις παιδιά ας πούμε εφτά, οχτώ, δέκα, δώδεκα χρονών με όπλα τα οποία με δυσκολία τα σηκώνουν πραγματικά και κατά διαστήματα βλέπεις αυτό το παιδί ας πούμε με το όπλο που μπορεί εύκολα να σε σκοτώσει να σου χαμογελάει με ένα πολύ παιδικό χαμόγελο.

Και λες, τώρα τι ακριβώς γίνεται; Κάπου ας πούμε υπάρχει αυτό πιστεύω, δηλαδή το έχω δει, να παίζει αυτό το παιδικό χαμόγελο ας πούμε το οποίο μέσα σε δευτερόλεπτα γίνεται μορφασμός ας πούμε και σηκώνει το όπλο και σε πυροβολεί. Διαταραγμένες προσωπικότητες ας πούμε, κατασκευάζουν τέρατα.
 
Και οι γυναίκες;
 

Και οι γυναίκες, τα κορίτσια ας πούμε που παίρνουν σε αυτό το παιδομάζωμα, έχεις λοιπόν τους γενίτσαρους και τις κοπέλες τις οποίες ουσιαστικά τις χρησιμοποιούνε σαν δούλες, να μαγειρεύουν, να καθαρίζουν, να φροντίζουν τους άνδρες και σαν σεξουαλικά όργανα ας πούμε. Δεν τις έχουν στα στρατόπεδα στη μέση της ζούγκλας και τις χρησιμοποιούν για σεξ.
 
Τι ηλικίας είναι αυτές οι κοπέλες;
 

Από δεκατριών, δεκατεσσάρων, δεκαπέντε, δεκαέξι. Και αυτές ναρκωτικά, AIDS παντού.
 
Ο πόλεμος στη Σιέρρα Λεόνε κράτησε περίπου δέκα χρόνια. Ποια είναι η δική σας άποψη; Θα μπορούσε να έχει προβλεφτεί, τουλάχιστον να είχε συντομέψει σε διάρκεια;
 

Κοίταξε, νομίζω ότι αυτή είναι η ιστορία της Αφρικής. Δηλαδή δεν είναι μόνο η Σιέρρα Λεόνε, το έχουμε δει επανειλημμένα παντού στην Σομαλία είτε στη Λιβερία, είτε στην Ουγκάντα, στα περισσότερα μέρη. Από την μία έχεις κυβερνήσεις οι οποίες είναι τελείως διεφθαρμένες και από την άλλη έχεις ένα δίλημμα των Δυτικών για το αν αξίζει τον κόπο ή όχι να ασχοληθούμε με αυτό το μέρος. Γιατί θα μας αποφέρει κάποιο κέρδος; Ίσως όχι. Το κόστος για το κέρδος μήπως είναι δυσανάλογο; Μήπως αρκεί να παίρνουμε αυτά που χρειαζόμαστε και άστους να τρώγονται γιατί αυτό μας συμφέρει; Είναι η ιστορία της Αφρικής, δεν είναι μόνο η Σιέρρα Λεόνε, αλλά η Σιέρρα Λεόνε είναι τα θέατρο του παραλόγου που πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια έχει βγει πολύ προς τα έξω, το έχουμε μάθει.

Συγνώμη, εγώ δεν νομίζω ότι υπήρχε Έλληνας πριν το 2000 που να ξέρει αυτή τη χώρα, ότι υπάρχει μια χώρα που λέγεται Σιέρρα Λεόνε, γιατί  κανένας δεν ασχολείται, δεν ενδιαφέρεται. Είναι πολύ μακριά από μας. Είναι στην Αφρική, στα βάθη της Αφρικής. Δεν μας απασχολεί. ΟΚ, το Κόσσοβο, η Αλβανία είναι δίπλα μας, είναι μες στην Ευρώπη. Αλλά τώρα στην Αφρική; Ξέρεις. Από την άλλη φοράμε τα διαμάντια. Εγώ ας πούμε φοράω ψεύτικο διαμάντι γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα φορέσω αληθινό διαμάντι το οποίο μπορεί να είναι πραγματικά διαμάντι βαμμένο με αίμα, έτσι; Αλλά τελικά όλες αυτές οι καταστάσεις στην Αφρική και στην Σιέρρα Λεόνε ειδικότερα δουλεύουν για να βγάζουν λεφτά κάποιοι Δυτικοί, έξυπνοι, πολιτισμένοι. Βέβαια μπορούσε να είχε τελειώσει ο πόλεμος πολύ πιο νωρίς, αν κάποιος ασχολιόταν πραγματικά και σοβαρά.

Αλλά μήπως κάποιους τους συνέφερε περισσότερο να συνεχίζεται αυτός ο πόλεμος και αυτή η κατάσταση έτσι; Εγώ νομίζω ότι έτσι είναι τα πράγματα.
 
Εντάξει, από την άλλη, ξέρεις τώρα, η Σιέρρα Λεόνε και η Λιβερία ήταν πρώην βρετανικές αποικίες. Εν τω μεταξύ ξέρεις ότι είναι δυο χώρες που έχουν δημιουργηθεί από απελευθερωμένους σκλάβους, έτσι; Και εντάξει, τους βοηθάμε μέχρι εκεί που χρειάζεται, δηλαδή συνήθως, όπως ξέρεις, τα πράγματα είναι «βοηθάω κάποιον γιατί έχει κάτι να μου δώσει πίσω», όχι «τον βοηθάω γιατί είμαι πονόψυχος». Οπότε, όσο έχει να μας δίνει, καλώς. Εάν αρχίζει να μας δίνει λιγότερο, κάτι πρέπει να κάνουμε για να μας ξαναδώσει.       
 
Οπότε είναι πολύ πρόσφορο έδαφος για να κάνεις λεφτά. Και είναι πανέμορφη χώρα. Να σου πω, εγώ πιστεύω ότι όταν, ας πούμε η Σιέρρα Λεόνε είναι τέλειο μέρος για να κάνεις διακοπές. Όταν το δούνε έτσι, τελειώσουν τα διαμάντια και το δούνε σαν μια χώρα που μπορούν να κάνουν καλές διακοπές, τότε σίγουρα θα πάει καλύτερα η χώρα, γιατί όλοι θα θέλουμε να έχει, ξέρεις, ειρήνη, οπότε να πάμε να χτίσουμε τις ξενοδοχειάρες μας, να έχουμε ανθρώπους να έρχονται από την Ευρώπη και από την Αμερική να κάνουν αυτό και θα πρέπει να έχουν ειρήνη γιατί δεν θα έχουν τουρισμό. Ε, τότε όλα θα πάνε καλά.
 
Δηλαδή πιστεύετε πως ό,τι έγινε επαναλαμβάνεται μέσα στα χρόνια; Κάποια στιγμή θα φτάσουμε σε ένα σημείο να τα ξεπεράσουμε όλα αυτά;
 

Ναι, έχω τις αμφιβολίες μου κι εγώ αν υπάρχει ακριβώς μέλλον διαφορετικό από μαύρο. Γιατί είναι ένας φαύλος κύκλος, δηλαδή εγώ είχα πάει στη Σομαλία το ’92 τα Χριστούγεννα, όπου θα έρχονταν όλοι οι Δυτικοί, Αμερικανοί, Άγγλοι, Έλληνες για την ειρήνη. Έχουμε 2007 και ακόμα πόλεμο έχουμε. Φύγανε κακήν κακώς. Δεν τους έκατσε έτσι όπως αυτό, κατάλαβαν ότι το κόστος για να υπάρχει ειρήνη σε μια τέτοια χώρα θα είναι δυσανάλογο του κέρδους, οπότε το αφήνουμε στην τύχη του. Και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συνέχεια και παντού στην Αφρική. Οπότε δεν ξέρω, έχω αμφιβολίες αν ποτέ ας πούμε αυτή η χώρα δει ποτέ άσπρη μέρα.
  
Αν ξαναπηγαίνατε στη Σιέρρα Λεόνε, τι φωτογραφίες θα θέλατε να τραβήξετε;
 

Υπάρχουν, και τότε που ήμουν εγώ υπήρχαν κάποια σχολεία σε κάποια πολύ έτσι ειδυλλιακά τοπία δίπλα στην παραλία, μέσα στους κοκκοφοίνικες κλπ., όπου παίρνανε παιδάκια τα οποία ήταν με ψυχολογικά τραύματα, πρώην στρατιώτες, για να τα κάνουν καλά. Υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι που πραγματικά πιστεύω ότι αυτό που έκαναν το έκαναν με την ψυχή τους και ξέρεις, οι ιεραπόστολοι, κάποιοι περίεργοι, περίεργοι ξέρεις, με την έννοια ότι, νομίζω ότι κάνανε κάτι πραγματικά από την ψυχή τους. Και θα ήθελα να βρεθώ πάλι σε ένα τέτοια σχολείο που είχα πάει τότε για να δω πού έχει προχωρήσει το πράγμα και παιδάκια που ήταν τότε δώδεκα-δεκατριών χρονών το 2000 και τώρα θα είναι είκοσι, εάν τελικά έχουν καταφέρει και έχουν ξεπεράσει όλο αυτό το πράγμα και τα τραύματά τους. Αυτό θα ήταν νομίζω ένα πολύ καλό ρεπορτάζ.

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.