Την παραμονή των Ορθοδόξων Χριστουγέννων των Παλαιοημερολογιτών, στις 6 Ιανουαρίου, δεκάδες Παλαιστίνιοι παρατάχθηκαν στους λιθόστρωτους δρόμους της Βηθλεέμ και διαμαρτυρήθηκαν κατά την άφιξη του ελληνορθόδοξου πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλου Γ’, φωνάζοντάς τον «προδότη», καθώς εκείνος έφτανε στην πλατεία Manger υπό την προστασία των δυνάμεων ασφαλείας. Εκπρόσωποι του δήμου της Βηθλεέμ αρνήθηκαν μάλιστα να τον συναντήσουν ως είθισται.

Όπως αναφέρει το Foreign Policy σε άρθρο του, οι διαδηλωτές ήταν εξοργισμένοι επειδή η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, ο δεύτερος μεγαλύτερος γαιοκτήμονας στους Αγίους Τόπους, έχει εμπλακεί σε μια διαμάχη για τα ακίνητά τους, εδώ και πολλά χρόνια.

Η Εκκλησία, η οποία κατέχει περίπου το ένα τρίτο της γης στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, καθώς και ακίνητα στη Δυτική Όχθη και το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένου του οικοπέδου επί του οποίου χτίστηκε η Κνεσέτ, πούλησε χωρίς κανένας να το πάρει χαμπάρι οικόπεδα και περιουσίες σε κατασκευαστές, με πολλά από αυτά τα μέρη να καταλήγουν στα χέρια ισραηλινών ομάδων εποίκων.

Η πρακτική της πώλησης εκκλησιαστικών περιουσιακών στοιχείων ή η εκμίσθωσή τους για δεκαετίες έχει στιγματίσει τους κληρικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι Έλληνες, έναντι του Παλαιστινιακού ποίμνιού τους. Καθώς οι συμφωνίες αυτές άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια, οι διαμαρτυρίες από την παλαιστινιακή πλευρά έχουν ενταθεί, όπως και ο φόβος των Ισραηλινών που κατοικούν σε μισθώματα της Εκκλησίας.

Η κεντρώα βουλευτής της Κνεσέτ, Rachel Azaria, έχει εισηγηθεί μάλιστα ένα νομοσχέδιο για να μπορεί η κυβέρνηση να αποκτήσει ευκολότερα εκκλησιαστική γη που πωλείται σε ιδιώτες. Σκοπός του νομοσχεδίου που προτείνει είναι να προστατευτούν όσοι ζουν σε εκκλησιαστικά μισθώματα και φοβούνται ότι αυτοί που θα τα πάρουν στα χέρια τους μπορούν να κάνουν ανεξέλεγκτα ότι θέλουν, από να τους αυξήσουν τα ενοίκια μέχρι να τους κάνουν έξωση.

Πέρυσι τον Οκτώβριο, μια συζήτηση σχετικά με τη συγκεκριμένη νομοθεσία μπήκε στον πάγούστερα από έντονες πιέσεις εκ μέρους των ηγετών των Εκκλησιών, οι οποίοι λένε ότι ένας τέτοιος νόμος θα επιτρέψει στο κράτος να απαλλοτριώσει την εκκλησιαστική περιουσία. Από τότε, έχουν συγκεντρώσει την υποστήριξη μιας διμερούς ομάδας Αμερικανών νομοθετών, οι οποίοι έστειλαν επιστολή στον υπουργό Εξωτερικών Μάικλ Πομπέο, διαμαρτυρόμενοι για το νομοσχέδιο.

Οι χριστιανοί της Παλαιστίνης
 πιστεύουν ότι η Εκκλησία δεν θα πρέπει να πουλήσει αυτή τη γη και την περιουσία, φοβούμενοι πρώτα από όλα την περαιτέρω συρρίκνωση της παρουσίας τους στους Αγίους Τόπους. Λένε επίσης ότι η πώληση σε ισραηλινές ομάδες εποίκων επεκτείνει την εβραϊκή παρουσία στη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου η παλαιστινιακή ηγεσία ελπίζει να οικοδομήσει το ανεξάρτητο κράτος της.

Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο στην Ιερουσαλήμ αρνείται τις κατηγορίες ότι ξεπουλάει γη σε σκιώδεις ισραηλινούς παράγοντες που στόχο έχουν την εποίκιση των παλαιστινιακών εδαφών και υπερασπίζεται τους χειρισμούς του, λέγοντας πώς πρώτα από όλα μισθώνει και δεν πουλάει περιουσία του και δεύτερον ότι με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζει έσοδα για να ξεπληρώσει χρέη που δημιουργήθηκαν από κακές επενδύσεις του παρελθόντος.

Το θέμα είχε ήδη οδηγήσει στην εκδίωξη του πατριάρχη Ειρηναίου και ο διαδόχός του, Θεόφιλος ο Γ’, από τότε που ανέλαβε έχει μια ταραχώδη ηγεσία. Ο Ειρηναίος καθαιρέθηκε από την Εκκλησιαστική Σύνοδο το 2005 και για χρόνια έζησε σε κατ ‘οίκον περιορισμό στην έδρα της Εκκλησίας στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, με τρόφιμα να του παραδίδονται από υποστηρικτές του, μέσω ενός καλαθιού που κατέβαζαν από το παράθυρό του με σχοινί .

Ο Ειρηναίος δεν αναγνώρισε ποτέ τον διάδοχό του, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία αφού έγινε γνωστό ότι το 2004 το Ορθόδοξο Πατριαρχείο είχε συνάψει μυστική συμφωνία για την πώληση τριών ακινήτων στρατηγικής σημασίας στην Ανατολική Ιερουσαλήμ. Η πώληση έγινε στην Ateret Cohanim, μια εποικιστική ομάδα που έχει ενεργή δράση στην εκδίωξη των Παλαιστινίων από την Παλαιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, για να αυξήσει τον εβραϊκό έλεγχο στην περιοχή.

Ο πρώην Πατριάρχης κατηγορήθηκε ότι συνωμότησε για να πουλήσει τα ξενοδοχεία της Εκκλησίας στη Γιάφα, προκαλώντας την ανησυχία των Παλαιστινίων. Αν και η Παλαιστινιακή Αρχή δήλωσε επίσημα ότι ο Ειρηναίος δεν εμπλεκόταν στην αμφιλεγόμενη πώληση, αυτό δεν μείωσε τον θυμό τους.

Ο Πατριάρχης Θεόφιλος μάχεται επί του παρόντος την επίμαχη πώληση στο δικαστήριο, αλλά αισθάνεται επίσης τον κλοιό γύρω του να στενεύει αφού όπως προέκυψε οι νέες πωλήσεις γης εγκρίθηκαν υπό την ηγεσία του. Τα μέλη της παλαιστινιακής Εκκλησίας και ο κλήρος διαμαρτυρήθηκαν τουλάχιστον τρεις φορές κατά του Θεόφιλου το 2018 και υπέβαλαν αγωγή σχετικά με ορισμένες από τις εν λόγω πωλήσεις.

Η φετινή μάλιστα διαμαρτυρία αλλά και αυτές του 2018, όπου οι διαδηλωτές έριξαν σκουπίδια και αυγά στη συνοδεία του Πατριάρχη, έρχονται σε συνέχεια μιας διαμαρτυρίας τον Σεπτέμβριο του 2017 και μια Διάσκεψης τον Οκτώβριο του ίδιου έτους που καλούσαν σε παραίτηση την ηγεσία της εκκλησίας.

Το ζήτημα της εκκλησιαστικής γης και περιουσίας στην Ιερουσαλήμ μπορεί να αποδειχτεί ζωής και θανάτου. Πχ μια οικογένεια μουσουλμάνων που είχε ένα σπίτι στο σημείο που πιστεύεται ότι έγινε η σταύρωση και η ταφή του Ιησού, πούλησε την ιδιοκτησία της σε έναν Παλαιστίνιο δικηγόρο, που αποδείχτηκε όμως ότι ήταν αχυράνθρωπος για την Ateret Cohanim. Το αποτέλεσμα ήταν να δέχεται από τότε απειλές…

Τους τελευταίους μήνες όλο και περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτές τις “ιερές” συμφωνίες έρχονται στο φως κι όπως αποδεικνύεται, πολλές από αυτές αφορούσαν εκτάσεις που η εκκλησία εκμίσθωσε την δεκαετία του 1950 σε ιδρύματα συνδεδεμένα με την ισραηλινή κυβέρνηση, όπως το Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο, ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που δημιουργήθηκε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα για να αποκτήσει γη και να εγκαταστήσει το εβραϊκό κράτος στην τότε βρετανική Παλαιστίνη.

Οι αμφισβητούμενες πωλήσεις γης έχουν επίσης ανανεώσει την μακροχρόνια απαίτηση για την εξαραβοποίηση της ελληνοκρατούμενης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι Παλαιστίνιοι στους Αγίους Τόπους διαμηνύουν ότι νιώθουν σαν ξένοι στον τόπο τους. Το γεγονός ότι η ελληνική σημαία κυματίζει πάνω από τις εκκλησίες και το ότι για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία και να την κατανοήσουν πρέπει να μάθουν ελληνικά, τους κάνει να αισθάνονται σαν να βρίσκονται σε κατεχόμενο έδαφος, λένε.