Οι ραγδαίες εξελίξεις, που πυροδότησε η ξαφνική απόφαση του προέδρου Τραμπ για την αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από τη βόρειοανατολική Συρία, δημιουργούν νέα δεδομένα στο Συριακό, με κυριότερο την αναβάθμιση της Ρωσίας ως ουσιαστικού ρυθμιστή της επόμενης μέρας κι εγγυητή του μεταπολεμικού Status Quo της Συρίας. Η δε βελτίωση των ρωσο-τουρκικών σχέσεων, μετά το ναδίρ του 2015-16, επιφέρει κι έναν αναβαθμισμένο ρόλο στην Τουρκία, ειδικά σχετικά με το μέλλον της βόρειας Συρίας. Η αποχώρηση των Κουρδικών δυνάμεων YPG και των συμμάχων τους από την πόλη Μάνμπιτζ της βόρειας Συρίας, δυτικά του Ευφράτη, και η άμεση αντικατάστασή τους από τον Συριακό Στρατό που πρόσκειται στον Άσαντ και η ύψωση της συριακής σημαίας στην πόλη, ήταν προφανώς κάτι που αποφασίστηκε στη Μόσχα και στο οποίο η Άγκυρα δεν είχε παρά να συμφωνήσει, εφόσον και οι Κούρδοι, χωρίς πλέον την αμερικανική ομπρέλα, αναγκάστηκαν να αποδεχθούν.

“Καλούμε τη συριακή κυβέρνηση στην οποία ανήκουμε να στείλει τις ένοπλες δυνάμεις της για να προστατεύσει τη Μανμπίτζ ενάντια στις τουρκικές απειλές”, είχαν δηλώσει οι Κούρδοι μαχητές του YPG, πριν την αποχώρησή τους από την Μανμπίτζ προς τα ανατολικά του Ευφράτη. Οι ίδιοι φαίνεται πως έχουν πάρει κάποιες, προφορικές για την ώρα εγγυήσεις, από τη Μόσχα και τη Δαμασκό, ώστε να παραδώσουν τα εδάφη που ελέγχουν στις συριακές δυνάμεις του Άσαντ, δηλαδή να επιστρέψουν και πάλι στην αγκαλιά της Συρίας, διατηρώντας έναν βαθμό αυτονομίας και αυτοδιοίκησης στις κατεξοχήν κουρδικές περιοχές, χωρίς να θίγεται ωστόσο η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας.

Η επόμενη μέρα της Συρίας

Η επόμενη μέρα βρίσκει λοιπόν τους Αμερικανούς να αποχωρούν από τη Συρία, τους Κούρδους να αναβάλλουν τα σχέδια τους για ένα ανεξάρτητο “συριακό Κουρδιστάν” και τον Μπασάρ Αλ Άσαντ, να ανακτά σταδιακά τον έλεγχο του 90% του συριακού εδάφους. Οι περιφερειακοί σύμμαχοι του Άσαντ, δηλαδή το Ιράν και η σιιτική Χεζμπολάχ του Λιβάνου, βλέπουν τον ρόλο τους να ενισχύεται στη μεταπολεμική Συρία και το σχέδιο της Τεχεράνης για έναν “σιιτικό διάδρομο” από το Ιράν, μέσω Ιράκ μέχρι τη Μεσόγειο, να έρχεται ένα βήμα πιο κοντά στην υλοποίησή του. Ταυτόχρονα οι εναπομείναντες Τζιχαντιστές της ανατολικής Συρίας βλέπουν ένα μικρό “παράθυρο ευκαιρίας” να ανασκουμπωθούν, ενώ το αιφνιδιασμένο Ισραήλ αναγκάζεται να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική του σε σχέση με τη Συρία και το Ιράν και να αισθάνεται την ανάγκη να επαναπροσεγγίσει τη Μόσχα και την Άγκυρα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση τέλος, και ειδικά η Γαλλία, προτεκτοράτο της οποίας ήταν κάποτε η Συρία, εστιάζονται κυρίως στην τύχη των Ευρωπαίων Τζιχαντιστών αιχμαλώτων του YPG, στο ενδεχόμενο νέων προσφυγικών ροών αυτή τη φορά από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο οικονομικής συνδρομής στην ανοικοδόμηση της μελλοντικής Συρίας. Μεγάλος νικητής του Συριακού Εμφυλίου αναδεικνύεται η Ρωσία, που εδραιώνει τη θέση της στην ανατολική Μεσόγειο με την αξιοποίηση των ναυτικών βάσεων που διαθέτει στα συριακά λιμάνια της Ταρτούς και της Λατάκιας, ενώ βλέπει τη γεωπολιτική σφαίρα επιρροής της να εξακτινώνεται και πέρα από τη Συρία, προβάλλοντας ως “δύναμη σταθερότητας” και προσβλέποντας σ’ έναν αναβαθμισμένο ρόλο στις μεσανατολικές εξελίξεις.

Ο νέος ρόλος της Τουρκίας στη Συρία

Η Τουρκία, η οποία έχει εδώ και δύο χρόνια σημαντική στρατιωτική παρουσία στη βορειοδυτική Συρία, με την επιχείρηση “Ασπίδα του Ευφράτη” κ.λπ., με την υποστήριξη σε Τουρκομάνους και Σύριους που μάχονταν το καθεστώς Άσαντ, αλλά και με την εξολόθρευση του κουρδικού θύλακα στην πόλη Αφρίν, παίζει ένα επικίνδυνο διπλωματικό παιχνίδι ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Ρωσία με εκατέρωθεν συνεννοήσεις, προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα της και να αναβαθμίσει το ρόλο της.

Από τη μία ο Ερντογάν υποσχέθηκε επίσημα στον Τραμπ πως θα πολεμήσει εναντίον του Ισλαμικού Κράτους και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων, εννοώντας ασφαλώς τις κουρδικές στρατιωτικές δυνάμεις (YPG), που ήταν οι προνομιούχοι σύμμαχοι των ΗΠΑ στη βόρεια Συρία.  Από την άλλη ο ίδιος, παρά τους αρχικούς λεονταρισμούς, έδειξε στη Μόσχα πως προτιμάει την επιστροφή των Κούρδων στην εξουσία της Δαμασκού από το να εμπλακεί σε έναν συνεχή πόλεμο με τους σκληροτράχηλους Κούρδους της βόρειας Συρίας, που πιθανόν να μεταλαμπαδευτεί στο βόρειο Ιράκ και στους Κούρδους της νοτιοανατολικής Τουρκίας.

Γι’ αυτό και ο Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε την Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018, και καθώς ο Συριακός Στρατός ανακτούσε τον έλεγχο της Μανμπίτζ ότι “στην παρούσα κατάσταση, συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε την ακεραιότητα του συριακού εδάφους. Αυτές οι περιοχές ανήκουν στην Συρία”. Τα ερωτήματα που εύλογα ανακύπτουν είναι πότε κι αν υπάρχει ήδη χρονοδιάγραμμα αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων από τη βορειοδυτική Συρία. Θα παραμείνει αυτή η περιοχή υπό μακροχρόνια τουρκική κατοχή, όπως συμβαίνει στη βόρεια Κύπρο; Ποια θα είναι η τύχη της Ιντίλμπ, που ελέγχεται ακόμη από τους Σύρους αντικαθεστωτικούς και υποστηρίζεται από την Άγκυρα; Τι θα γίνει με την κουρδική περιοχή του Αφρίν, ο πληθυσμός της οποίας ξεριζώθηκε από τον Τουρκικό Στρατό; Τι θα πράξουν οι Τουρκομάνοι της Συρίας; Θα ζητήσουν τη δική τους “αυτόνομη περιοχή” με την υποστήριξη της Άγκυρας; Ποια ανταλλάγματα θα ζητήσει η Τουρκία του Ερντογάν από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία προκειμένου να κινηθεί προς τη μία ή την άλλη πλευρά, ως “εκκρεμές”, που αντιμετωπίζει όμως πολύ σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, με κυριότερο την οικονομική κρίση που δεν έχει δείξει ακόμη το χειρότερο πρόσωπό της.

Πρέπει να σημειωθεί επίσης πως η Τουρκία, εκτός από στρατιωτική παρουσία στην Συρία, διαθέτει εξωχώριες στρατιωτικές βάσεις σε Αλβανία, Ιράκ, Κατάρ και Σομαλία και στρατεύματα κατοχής στη βόρεια Κύπρο (36.000), η συντήρηση των οποίων βαραίνει κυρίως τον ελλειμματικό προϋπολογισμό της Άγκυρας, που αντιμετωπίζει ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Τουρκία, ΗΠΑ και Ρωσία

Η κρίσιμη γεωπολιτική θέση της Τουρκίας στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, με εκτεθειμένα τα εκτεταμένα ανατολικά της σύνορα στο ενεργό “γεωπολιτικό ηφαίστειο” της Μέσης Ανατολής, την αναγκάζουν να είναι προσεκτική στις κινήσεις της, τόσο στο Συριακό, όσο και στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα.

Επί δεκαετίες το ΝΑΤΟ ήταν το σημαντικότερο στρατηγικό όχημα των σχέσεων Τουρκίας-ΗΠΑ, απέναντι στη σοβιετική απειλή. Η Τουρκία από την άποψη του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ θεωρούνταν χώρα “πρώτης γραμμής”, και “προκεχωρημένο φυλάκιο” της Ατλαντικής Συμμαχίας στο “μαλακό υπογάστριο” της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και στη Μέση Ανατολή, και ως εκ τούτου είχε τεράστια γεωστρατηγική σημασία για τις ΗΠΑ, που έκαναν τα “στραβά μάτια” απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα σε Αιγαίο και Κύπρο. Η δε αεροπορική στρατιωτική βάση στο Ιντσιρλίκ της νοτιοανατολικής Τουρκίας, θεωρούνταν ζωτικής σημασίας για την στρατιωτική προβολή του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην πετρελαιοφόρο περιοχή του Περσικού Κόλπου. Ειδικά για την Ουάσιγκτον η Τουρκία θεωρούταν ένα σημαντικό όχημα των αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, με την ένταξη των χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, προώθησε την Ατλαντική Συμμαχία στα σύνορα της Ρωσίας, αλλά δεν υποβάθμισε σημαντικά τον γεωπολιτικό ρόλο που είχε η Τουρκία κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Το γεγονός ωστόσο πως η Τουρκία είναι η μοναδική μη μέλος της Ε.Ε. χώρα του ΝΑΤΟ στα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης, και με κοινά θαλάσσια σύνορα με τη Ρωσία, την καθιστά πεδίο αλληλεπίδρασης των σχέσεων Ε.Ε. και ΗΠΑ με τη Ρωσία. Ως αποτέλεσμα η Τουρκία ανέπτυξε πολυεπίπεδες σχέσεις με τη Ρωσία, επιχειρώντας να βρει ένα “σημείο ισορροπίας” μεταξύ Δύσης και Ανατολής, και να το εκμεταλλευτεί γεωπολιτικά και γεωοικονομικά. Όσο μάλιστα βλέπει την προοπτική της Ευρω-ενσωμάτωσης να απομακρύνεται, η Τουρκία θα αισθάνεται την ανάγκη σύναψης στενότερων σχέσεων με τη Ρωσία, καθώς και οι δύο χώρες θα μοιράζονται την ίδια σχέση περιθωριοποίησης απέναντι στη Δύση, την οποία και θα προσπαθήσουν να αναπληρώσουν με την ενίσχυση των μεταξύ τους σχέσεων.

ΗΠΑ προς Τουρκία: “S400 ή F35; Διαλέξτε!”

Οι ΗΠΑ προσπαθούν να ανακόψουν μια περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων Τουρκίας-Ρωσίας στον οικονομικό και στον αμυντικό τομέα.“S400 ή F35; Διαλέξτε!”, είναι το τελεσίγραφο των ΗΠΑ προς την Τουρκία, που κρέμεται ως δαμόκλειο σπάθη στον ορίζοντα των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων. Η Ουάσιγκτον δεν θέλει να δει ένα σημαντικό σύμμαχο της στο ΝΑΤΟ να αγοράζει τελευταίας τεχνολογίας ρωσικά οπλικά συστήματα (S-400), περιφρονώντας τα δικά της Patriot. Το στρατιωτικό λόμπι των ΗΠΑ πιέζει τον Τραμπ να επαναφέρει την Τουρκία στο δικό της “στρατιωτικό σούπερ μάρκετ” και να συνεχίζει να “ψωνίζει” από εκεί, και όχι να δίνει σήματα πως τα ρωσικά οπλικά συστήματα είναι προτιμητέα από ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό και ο Τράμπ έκανε τελεσιγραφική προσφορά στον Ερντογάν να αγοράσει τα αμερικανικά αντιπυραυλικά Patriot, έναντι 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ένας άλλος πονοκέφαλος της Ουάσιγκτον είναι ότι δεν μπορεί να αποτρέψει την εμπλοκή της Ρωσίας στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τουρκίας. Ως γνωστόν το 2023 (στην επέτειο των 100 χρόνων από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας) θα λειτουργήσει στο Ακουγιού στη Μερσίνα το πρώτο πυρηνικό εργοστάσιο της Τουρκίας, βασισμένο σε ρωσική πυρηνική τεχνολογία και κατασκευασμένο από τις ρωσικές εταιρείες Rosatom και Atomstroyexport. Θα φιλοξενεί τέσσερις πυρηνικούς αντιδραστήρες με κόστος 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα 2/3 των οποίων θα καταλήξουν στα ταμεία των ρωσικών εταιρειών πυρηνικής τεχνολογίας, ενώ το 35% του έργου θα το αναλάβουν τουρκικές εταιρείες.

Άλλωστε η Ρωσία είναι πολύ σημαντικότερος οικονομικός εταίρος της Τουρκίας σε σχέση με τις ΗΠΑ. Η Τουρκία καλύπτει ένα σημαντικό τμήμα των αναγκών της από το φυσικό αέριο που προμηθεύεται από τη Ρωσία μέσω του Bluestream, αλλά και του υπό κατασκευή Turkstream, που θα την καταστήσει “ενεργειακό κλειδοκράτορα” της περιοχής σε σχέση με το ρωσικό αέριο. Εκτός από αέριο και πετρέλαιο, η Τουρκία προμηθεύεται πολλές πρώτες ύλες από τη Ρωσία, στην αγορά της οποίας εξάγει πολλά τουρκικά προϊόντα. Το 12% των εισαγωγών της Τουρκίας γίνονται από τη Ρωσία, ενώ μόνον το 6% από τις ΗΠΑ. Επίσης το 11% των τουριστών που επισκέπτονται την Τουρκία είναι Ρώσοι, συνεισφέροντας τουριστικό συνάλλαγμα ύψους 4-5 δισ. δολαρίων το χρόνο.

Η Τουρκία είναι η 13η οικονομία του κόσμου με βάση τις μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPP) και 17η με βάση το ΑΕΠ κι ως εκ τούτου συμμετέχει στη λέσχη των 20 οικονομικά πιο ισχυρών χωρών (G-20)  του πλανήτη. Αυτή η φαινομενική ισχύ της είναι σε μεγάλο βαθμό επίπλαστη καθώς η τουρκική οικονομία επικάθεται πάνω σ’ ένα βουνό 460 δισ. δολαρίων χρέους, εκ των οποίων τα 226 δισ. ανήκουν σε διεθνείς τράπεζες (κυρίως ισπανικές και γαλλικές), που θα βρεθούν σε δυσχερή θέση σε περίπτωση τουρκικής χρεοκοπίας. Πόσο μάλιστα αν οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ συνεχιστούν. Αν η οικονομική κρίση στην Τουρκία επιμείνει -κάτι που, όπως φαίνεται, είναι αναπόφευκτο- τότε, για την αποφυγή χρεοκοπίας, θα χρειαστεί είτε τεράστια διμερή δάνεια είτε -το πιθανότερο σενάριο- ένα νέο δάνειο-μαμούθ από το ΔΝΤ, το οποίο δεν θα μπορέσει να λάβει χωρίς την έγκριση των ΗΠΑ. Άρα η Τουρκία χρειάζεται επιτακτικά τις ΗΠΑ και αυτό ίσως είναι ένας ακόμη παράγοντας που θα κρίνει προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί κατά το προσεχές διάστημα το “τουρκικό εκκρεμές” στο εκρηκτικό τρίγωνο ΗΠΑ-Ρωσία-Τουρκία.

 Η κοινή “Τεχνολογία Διακυβέρνησης” 

H Tουρκία, γνωστή και ως ο “επιτήδειος ουδέτερος” του Β’ Π. Πολέμου, βασίζεται τόσο στην λεγόμενη realpolitik, όσο ενεργητική κι ευέλικτη διπλωματία, που κληρονόμησε από τη Βυζαντινή και Οθωμανική Αυτοκρατορία, που σε ορισμένους Δυτικούς θυμίζουν συχνά “ανατολίτικα παζάρια”, στα οποία ο Ερντογάν αποδείχθηκε μαέστρος.

Το εντυπωσιακό είναι πάντως πως Τραμπ, Πούτιν κι Ερντογάν χρησιμοποιούν και οι τρεις την ίδια “τεχνολογία διακυβέρνησης”. Γι’ αυτό έχουν άλλωστε μια ιδιαίτερη “πολιτική χημεία” μεταξύ τους -σε σημείο αλληλοεκτίμησης και παράδοξης αλληλεγγύης- καθώς ανήκουν στην ίδια λέσχη των νεοσυντηρητικών αυταρχικών πολιτικών του 21ου αιώνα, που χειραγωγούν τους λαούς τους, προωθώντας στο εσωτερικό των χωρών τους ένα μείγμα εθνικισμού και νεοφιλελευθερισμού, αυξάνοντας έτσι τις κοινωνικές ανισότητες και τον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών, ενώ εργαλειοποιούν την αποδιοπόμπευση κοινωνικών και μειονοτικών ομάδων, έχοντας εμμονή στην “προδοσία”, ώστε με τη “διαχείριση του φόβου” να διατηρούνται στην εξουσία. Ο Πούτιν, ο οποίες εξ αρχής λάνσαρε στο εσωτερικό της Ρωσίας το πρότυπο του “ηγέτη-μεσσία”, θεωρείται ως ο “πατριάρχης” αυτού του είδους πολιτικής, με μιμητές τόσο τον Ερντογάν, όσο και τον Τράμπ.

Ωστόσο, ενώ θα μπορούσαν να θεωρηθούν “πολιτικά συγγενείς”, οι τρεις ηγέτες έχουν συγκρουόμενα, ακόμη και αντίθετα, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, εκπροσωπώντας αντικρουόμενα μπλοκ δυνάμεων. Αλλά ακόμη και μέσα στις αντιπαραθέσεις τους φαίνεται πως έχει ο ένας την ανάγκη του άλλου, καθώς και οι τρεις θεωρούν ύψιστο εχθρό τους όχι κάποια εξωτερική δύναμη, αλλά το ενδεχόμενο δημοκρατικής αφύπνισης και εξέγερσης των ίδιων τους των λαών και την ανάδυση των πολιτών τους ως άτομα μέσα σ΄ ένα πραγματικό δημοκρατικό σύμπαν.

* Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.