H μουσική αυτή είναι κάτι πολύ περισσότερο από μαριχουάνα, ράστα μαλλιά και Μπομπ Μάρλεϊ. Τα τελευταία 50 χρόνια η τζαμαϊκανή ρέγκε κατάφερε να καθιερωθεί διεθνώς ως ένα από τα δημοφιλέστερα είδη μουσικής. Και τώρα η Διακυβερνητική Επιτροπή της UNESCO εξετάζει μέχρι το Σάββατο αν η ρέγκε θα συμπεριληφθεί στον κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομίας της ανθρωπότητας, ο οποίος αριθμεί σήμερα 399 τίτλους από το θέατρο, τη μουσική και το χορό. Υπενθυμίζεται ότι το 2017 εγγράφηκε στον κατάλογο άυλης μουσικής κληρονομιάς και το ρεμπέτικο.

Συχνά ο χαρούμενος και ξέγνοιαστος ήχος της ρέγκε είναι παραπλανητικός. Η ρέγκε γεννήθηκε στην Τζαμάικα για να εκφράσει την λαϊκή δυσαρέσκεια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από την Μεγάλη Βρετανία το 1962, αλλά και τις αναμνήσεις από την καταπίεση της αποικιοκρατικής περιόδου. Αμέσως μετά την ανεξαρτητοποίηση το γενικότερο κλίμα ευφορίας αντικατοπτρίστηκε στο μουσικό είδος ska, εξηγεί ο Τζέρεμο Κρούμπο Νταγκνίνι από το Πανεπιστήμιο της Ορλεάνης.

Ο γάλλος επιστήμονας συντάκτης της μελέτης «Η σημασία της ρέγκε στον παγκόσμιο πολιτισμό» εκτιμά ότι «όσο περνούσε ο χρόνος τόσο περισσότερο απογοητεύονταν οι Τζαμαϊκανοί, με τα κοινωνικά προβλήματα της ανέχειας και των ανισοτήτων να κυριαρχούν στη χώρα και μετά το τέλος της αποικιοκρατίας». Μέσα σε αυτό το κλίμα απογοήτευσης και παραίτησης ξεπήδησε το μουσικό είδος της ρέγκε.

Σύμφωνα με τον γάλλο ειδικό το όνομα ρέγκε προέρχεται από την τζαμαϊκανή αργκό και πρωτοεμφανίζεται στο τραγούδι του Τουτς Χίμπερτ «Do the reggae» του 1968. Ο τζαμαϊκανός μουσικός έχει εξηγήσει ότι το reggae προέρχεται από την λέξη «streggae», που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τις ατημέλητες γυναίκες.

Η ρέγκε δεν είναι αποκλειστικά και μόνο πολιτικό τραγούδι

Πολιτική αποξένωση, καταπίεση και κοινωνικές ανισότητες αποτελούν τις σταθερές στη μουσική κορυφαίων εκπροσώπων της ρέγκε όπως ο Μπομπ Μάρλεϊ, ο Πίτερ Τος και το Τζίμι Κλιφ. Έτσι ο Μπομπ Μάρλεϊ, ο οποίος πέθανε σε ηλικία μόλις 36 ετών, τραγουδά στο γνωστό «Redemption Song» για την πρόκληση και τις δυσκολίες χειραφέτησης: «Emancipate yourselves from mental slavery. None but ourselves can free our minds», σε ελεύθερη μετάφραση «Απελευθερωθείτε από την πνευματική σκλαβιά. Κανείς άλλος εκτός από εμάς του ίδιους δεν μπορεί να απελευθερώσει το πνεύμα μας».

Όμως η ρέγκε δεν είναι αποκλειστικά πολιτικό τραγούδι. Κεντρικό ρόλο παίζουν επίσης ο έρωτας, η πνευματικότητα και η θρησκεία. Τόσο τα κείμενα όσο και η μουσική έχουν επηρεαστεί από το θρησκευτικό και πολιτικό κίνημα των Ρασταφάρι με αποτέλεσμα ο ήχος της ρέγκε να είναι εν τέλει πιο «αφρικανικός» από ό,τι τα συγγενή είδη Ska και Rocksteady.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα επιρροής της ρέγκε σε άλλα είδη μουσικής είναι το τραγούδι «Guns of Brixton» (1979) του βρετανικού punk-rock συγκροτήματος The Clash. Δεκάδες χιλιάδες Τζαμαϊκανοί μετανάστευσαν στις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60 στη Μεγάλη Βρετανία βάζοντας τη δική τους σφραγίδα στην τοπική μουσική. Όμως η τζαμαϊκανή μουσική παράδοση έφθασε ακόμα και μέχρι τις ΗΠΑ με τη βοήθεια της μετανάστευσης. Τόσο ο ράπερ Notorious B.I.G. όσο και ο Busta Rhymes έχουν καταγωγή από τη Τζαμάικα, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στη μουσική τους.

Η καθιέρωση της ρέγκε στο διεθνές μουσικό στερέωμα ήρθε το αργότερο το 1974, όταν ο διάσημος βρετανός μουσικός Eric Clapton διασκεύαζε το «I shot the sheriff», που πρωτοτραγούδησαν ένα χρόνο νωρίτερα οι Bob Marley & The Wailers. Ας σημειωθεί ότι από το 1985 υπάρχει ειδική κατηγορία καλύτερου ρέγκε άλμπουμ