Τέσσερις καταθέσεις – φωτιά αποκαλύπτουν τις μίζες και τη ροή του «μαύρου χρήματος» από τη Siemens προς την κυβέρνηση Σημίτη, το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ για το σύστημα ασφαλείας C4i των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004. Μεταξύ αυτών είναι του Μισέλ Ζοσεράν, του διευθύνοντα συμβούλου της γαλλικής εταιρείας Thales, ο οποίος κατά την ανάκρισή του από τις γαλλικές αρχές για τις μεθόδους που ακολουθούσε η εταιρεία  στην Ελλάδα, είχε βάλει στο κάδρο της υπόθεσης και τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη.

Η γαλλική Thales έχασε το έργο από τη Siemens, η οποία όπως αποκαλύφθηκε από την έρευνα των αρχών για να αναλάβει την κατασκευή του, μέσω υπεργολαβίας, είχε χρηματίσει με 2% του συνολικού ποσού 255 εκ. ευρώ της εργολαβίας το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί πως το εν λόγω σύστημα ασφαλείας αποδείχθηκε μη λειτουργικό και τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, επικεφαλής της Siemens στην Ελλάδα, έχει αποκαλύψει στις καταθέσεις του στην Εισαγγελία του Μονάχου τον χρηματισμό των κομμάτων. Πρωταγωνιστής της υπόθεσης ήταν και ο Διονύσης Δενδρινός, πρώην στέλεχος της Siemens Ελλάς και επιστήθιος φίλος του Κυριάκου Μητσοτάκη και της συζύγου του Μαρέβας.

Υπενθυμίζεται πως για την υπόθεση της γαλλικής Thales και του C4i, πριν από μερικές ημέρες η Αρχή για τη Νομιμοποίηση των Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες ζήτησε να ανοίξουν οι τραπεζικοί λογαριασμοί του Κώστα Σημίτη, της συζύγου του Δάφνης, του αδελφού του Σπύρου Σημίτη, καθώς και του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης Μιχάλη Χρυσοχοίδη. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε Casus Beli για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο έσπευσε να υποστηρίξει τον πρώην πρωθυπουργό και να κάνει λόγο για “μεθοδευμένη επιχείρηση σπίλωσης”.

Όπως είχε αναφέρει το Tvxs.gr σε προηγούμενο ρεπορτάζ, τoν Μάιο του 2005 ο Μισέλ Ζοσεράν, γάλλος έμπορος όπλων και πρώην πρόεδρος της Thales, βρέθηκε ενώπιον των Γαλλικών αρχών  για την υπόθεση των εξοπλιστικών προγραμμάτων που αφορούσαν την πώληση των φρεγατών τύπου S στην Ελλάδα. Η εταιρεία φέρεται να είχε δωροδοκήσει τον Γιάννο Παπαντωνίου για την προμήθεια των εν λόγω φρεγατών «S».

Όμως ο Ζοσεράν, περιγράφοντας το σύστημα με τις μίζες που έδωσε η Thales, έμπλεξε στις υποθέσεις χρηματισμού και τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη. Συγκεκριμένα, πέραν της μαρτυρίας του ότι ο Γιάννος Παπαντωνίου ως υπουργός ´Αμυνας είχε πάρει μίζες για τις φρεγάτες της Thales, ο Ζοσεράν είχε καταθέσει στους γάλλους εισαγγελείς ότι η εταιρία του είχε χάσει το έργο του συστήματος ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 επειδή άλλη εταιρία είχε δωροδοκήσει τον τότε πρωθυπουργό και τον τότε υπουργό Δημόσιας Τάξης.

«Το 2002 και στις αρχές του 2003 κλήθηκα να παρουσιάσω ένα σχέδιο για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας» είχε πει ο Ζοσεράν στην κατάθεσή του. “Από εκείνη τη στιγμή”, πρόσθεσε, «πηγαινοερχόμουν συνέχεια στην Ελλάδα και είχα επαφές με τον κ. Ρωμανό (σ.σ.: πρόκειται για τον Λουκά Ρωμανό), πρόεδρο της ΤΗΙΝΤ (Thales International) Ελλάδος. Εκείνος μου υπέδειξε ότι θα έπρεπε να προβλέψουμε μια προμήθεια της τάξης του 7% με 10% για τον υπουργό Άμυνας. Και μου υπέδειξε επίσης ότι και στην προηγούμενη αγορά των φρεγατών στην Ελλάδα είχε μεσολαβήσει συμφωνία με τον ίδιο τον υπουργό για την καταβολή των προμηθειών, χάρη στην οποία η εταιρεία Thales κέρδισε τον διαγωνισμό. Στην αγορά του συστήματος για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων ανταγωνιστής ήταν μια εταιρεία ονόματι SAIC, την οποία υποστήριζε ευθέως ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ντικ Τσένι. Και κατά τον κ. Ρωμανό χάσαμε αυτή την αγορά επειδή δωροδοκήσαμε χαμηλά, ενώ οι Αμερικανοί στόχευσαν τον υπουργό Δημόσιας Τάξης και τον πρωθυπουργό».

Όμως ο Ζοσεράν δεν είναι ο μόνος που αποκαλύπτει το παιχνίδι με τις μίζες. Ο  Μιχάλης Χριστοφοράκος, μετά τη σύλληψή του στις 25 Ιουνίου του 2009 στο Μόναχο για το σκάνδαλο της Siemens, αποκάλυψε στις γερμανικές αρχές σημαντικά στοιχεία για την υπόθεση του C4i. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εφημερίδα Documento, που επικαλείται την απόφαση F.092.22/4880 του γερμανικού δικαστηρίου, με την οποία καταδικάστηκε ο Χριστοφοράκος και η οποία βασίζεται σε πέντε ομολογίες – καταθέσεις του, ο πρώην επικεφαλής της Siemens στην Ελλάδα ανέφερε πως υπήρξε ένα ευρύ δίκτυο χρηματισμών, τόσο για να πάρει η αμερικανική κοινοπραξία SAIC το έργο και στη συνέχεια να το παραδώσει στη Siemens μέσω υπεργολαβίας, όσο και για να παραληφθεί τελικώς το μη λειτουργικό σύστημα από την επόμενη κυβέρνηση.

Οι χρηματισμοί, όπως ανέφερε στις καταθέσεις του, αφορούσαν στα μέλη των επιτροπών που σχετίζονταν με την προμήθεια και τον έλεγχο του συστήματος, αλλά και στα δύο κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ.  Ο Κώστας Γείτονας από το ΠΑΣΟΚ και ο αποβιώσας Γιάννης Βαρθολομαίος από τη ΝΔ φέρονται να ήταν οι δύο πολιτικοί που συμφώνησαν για τις κομματικές μίζες με τον Χριστοφοράκο.
Σύμφωνα με την εφημερίδα Documento, η απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου αναφέρει: “Προωθούσατε συγκαλυμμένα τα ανωτέρω χρήματα (2%) αποκλειστικά στα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Σε ξεχωριστές συζητήσεις που είχατε (σ.σ. Για το σύστημα C4i) το αργότερο στα τέλη του 2003 με τους ταμίες των δύο μεγάλων κομμάτων στην Ελλάδα, τον κ. Κώστα Γείτονα του ΠΑΣΟΚ, πρώην αντιπρόεδρο της Βουλής, ο οποίος μέσω του κόμματος επηρέαζε τις υφιστάμενες αρχές, και τον κ. Βαρθολομαίο της ΝΔ, συμφωνήσατε ώστε να δοθούν από εσάς στα κόμματα που αυτοί εκπροσωπούσαν χρήματα της τάξεως συνολικά τουλάχιστον διψήφιου ποσού εκατομμυρίων (ευρώ). Τα χρήματα θα πήγαιναν ισομερώς στα ταμεία των κομμάτων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και από εκεί θα διανέμονταν περαιτέρω. Προς τον σκοπό αυτό οι δύο ταμίες των κομμάτων, όπως είχε συμφωνηθεί από εσάς από κοινού με αυτούς, θα ασκούσαν μέσω του κόμματος την απαραίτητη πίεση στους δημοσίους υπαλλήλους που ανήκαν στο κόμμα τους υπέρ της εταιρείας Siemens”.

Μια ακόμη αναφορά για μίζες στην κυβέρνηση Σημίτη, εκτός του Χριστοφοράκου και του Ζοσεράν, έχει γίνει από την αμερικανική εταιρεία Debevoise & Plimpton, η οποία διενήργησε εσωτερικό έλεγχο στη Siemens. Στο υπόμνημά της προς τον εισαγγελέα Παναγιώτη Αθανασίου ενημερώνει πως “ο Μ. Χριστοφοράκος ζήτησε απο τον Ζίκατσεκ (στέλεχος της Siemens), όταν η παράδοση του S4i είχε δρομολογηθεί για τα καλά, να του δώσει 10 με 15 εκατομμύρια ευρώ, προκειμένου να καταβληθούν προμήθειες σε τέσσερα υπουργεία (Εσωτερικών, Άμυνας, Πολιτισμού, Επικοινωνιών) βάσει υποσχέσεων που είχε δώσει κατά τον χρόνο ανάληψης της σύμβασης”.  Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται μάλιστα πως ο Κουτσενρόιτερ (στέλεχος της Siemens) συνάντησε τον Μιχ. Χριστοφοράκο στο Βερολίνο και το Μόναχο το 2004 και το 2005, του έκανε παρατήρηση γιατί καθυστερεί το ελληνικό δημόσιο να πληρώσει 30 εκατ. ευρώ για το C4i και ο Χριστοφοράκος του απάντησε πως “χωρίς καταβολή πρόσθετων προμηθειών δεν υπήρχε περίπτωση να πληρώσει ο πελάτης το οφειλόμενο ποσό”.

“Σε τσάντα πιλότου”

Τα “μαύρα ταμεία” και τη ροή των μιζών, σύμφωνα με την εφημερίδα Documento, επιβεβαιώνει και ο Ράινχαρντ Ζίκατσεκ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τους χρηματισμούς από το 2001 έως τον Νοέμβριο του 2004. Στην απολογία του στην εισαγγελία του Μονάχου, που άρχισε στις 15 Νοεμβρίου του 2006, μιλάει για παραλαβή χρημάτων σε βαλίτσες που πραγματοποιούσε ο Χριστοφοράκος από το στέλεχος της Siemens Πρόδρομο Μαυρίδη, ο οποίος είχε αναλάβει τη διακίνηση του μαύρου χρήματος για τις υποθέσεις του ΟΤΕ μέσω εταιρειών που είχε στήσει. Ο Ζίκατσεκ αναφέρει πως η συμφωνία προέβλεπε 10% των συμβάσεων για δωροδοκίες στην Ελλάδα (2% για τα κόμματα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και 8% σε κρατικούς λειτουργούς), ενώ καταθέτει πως “το 2004 είδε ο ίδιος τον Μιχάλη Χριστοφοράκο να φεύγει από μια συνάντηση που είχε με το ανώτερο στέλεχος της Siemens Πρ. Μαυρίδη σε κεντρικό εστιατόριο του Μόβενπικ,στη Ζυρίχη, στην Ελβετία, κρατώντας μια τσάντα πιλότου η οποία περιείχε 2 εκατ. ευρώ, από τα οποία το ένα εκατομμύριο το είχε δώσει προηγουμένως στον Μαυρίδη ο ίδιος Ζίκατσεκ και το άλλο το είχε ο Μαυρίδης από θυρίδα του στη UBS. Και τα δύο ποσά προέρχονταν από τα “μαύρα ταμεία” της Siemens”.

Επιπλέον ο Ζίκατσεκ αναφέρει πως “αστειεύτηκε με τον Χριστοφοράκο αναφέροντάς του ότι τον τσαλάκωσε και ότι ο Χριστοφοράκος δυσαρεστήθηκε γιατί ήθελε να εμφανίζεται πως δεν γνώριζε τίποτα για τα μαύρα ταμεία”. Τέλος σημειώνει πως δεδομένου του χρονικού σημείου που δόθηκαν τα χρήματα, “αφορούσαν παράνομες πληρωμές για το C4i αφού ήταν το φλέγον θέμα για τη Siemens το 2004. Αν οι πληρωμές αφορούσαν τον ΟΤΕ θα γίνονταν από τον Μαυρίδη που είχε αναλάβει το σχετικό έργο και όχι από τον Χριστοφοράκο”.

Οι εταιρείες “βιτρίνα”

Οι χρηματισμοί για το C4i έγιναν σε πρώτη φάση για να αναλάβουν το έργο h SAIC και η Siemens και σε δεύτερη φάση για να το παραλάβει η ελληνική κυβέρνηση καθώς το σύστημα ασφαλείας αποδείχθηκε προβληματικό. Τα δύο κόμματα χρηματίστηκαν ώστε να παραληφθεί το C4i χωρίς αντιδράσεις. Για τους χρηματισμούς είχε δημιουργηθεί ένα πλέγμα εταιρειών που εμφανίζονταν να υπογράφουν συμβάσεις με τη Siemens για εικονικά έργα. Στην πραγματικότητα πληρώνονταν από τη Siemens για να διοχετεύσουν τελικά ποσό σε χρηματισμούς για το C4i.

Οι εταιρείες αυτές, σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα Documento, ανήκαν σε φίλους του Μιχ. Χριστοφοράκου και σε χρηματιστές. Πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, όταν πλέον διαπιστώθηκε πως η Siemens δεν θα μπορούσε να παραδώσει το έργο, έγινε μια σειρά απο χρηματισμούς. Η εταιρεία Fairways, ιδιοκτήτης της οποίας εμφανίζεται ο Αλ. Λίτσας, ανοίγει λογαριασμό στις 24 Ιουνίου του 2004, αμέσως μετά τις εκλογές και λαμβάνει εμβάσματα λίγο πριν από την έναρξη των Αγώνων, όταν η Siemens κατάλαβε πως χωρίς χρηματισμούς δεν πρόκειται να παραληφθεί το προβληματικό σύστημα.

Χρηματισμοί έγιναν και αργότερα “για να μην κηρυχθεί έκπτωτη η SAIC, ενώ προσπαθούσαν να βρεθεί ένας νομιμοφανής τρόπος, ώστε να παραληφθεί το σύστημα, ο οποίος και τελικά βρέθηκε”. Ο Ζίκατσεκ, ο οποίος προσκόμισε και τα εν λόγω στοιχεία στις γερμανικές αρχές, αναφέρει πως οι χρηματισμοί αυτοί αφορούσαν το C4i και όχι κάποιο άλλο έργο. Στην εταιρεία – όχημα χρηματισμών Fairways φαίνεται να έχουν γίνει έξι καταβολές, συνολικού ύψους 1,75 εκ. ευρώ. Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου του Μονάχου, που καταδίκασε τον Χριστοφοράκο, η εταιρεία Fairways διεκπεραίωσε τις πληρωμές προς ΝΔ και ΠΑΣΟΚ τη συγκεκριμένη περίοδο. Από τα “μαύρα ταμεία” της Siemens μπήκαν στους λογαριασμούς της εταιρείας στην Ελβετία εμβάσματα από τις 5 Αυγούστου έως τις 7 Οκτωβρίου 2004. Οι εταιρείες βιτρίνα της Siemens για να διεκπεραιώσουν τους χρηματισμούς ήταν οι Tamarind, Electronic Technology και Weawind και σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου του Μονάχου “όπως είχε συμφωνηθεί με τους ταμίες των δύο μεγάλων κομμάτων της Ελλάδας παραδώσατε (σ.σ. Ο Χριστοφοράκος) σε μη εξακριβωμένο χρόνο, και πάντως μέχρι το έτος 2005 / 2006 τα χρήματα στον κ. Βαρθολομαίο, οικονομικό διευθυντή της ΝΔ, και τον κ. Κώστα Γείτονα του ΠΑΣΟΚ”.