ι διαστάσεις που έχει λάβει η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη είναι εκρηκτικές. Ειδικά στην κεντρική Ευρώπη, η πολιτική του μίσους δεν παρουσιάζει απλά μία αύξηση, αλλά θριαμβεύει. Συνολικά μιλάμε επισήμως για δεκάδες εκατομμύρια καταμετρημένες ψήφους σε ακροδεξιά κόμματα σε όλη την Ευρώπη, όπως έχουν καταμετρηθεί στις εκλογικές διαδικασίες από το 2015 μέχρι σήμερα. Σταδιακά πυρήνες ρατσισμού και ξενοφοβίας αποκτούν κοινοβουλευτική δύναμη και εκπροσώπηση, ακόμη και την εξουσία σε κάποιες περιπτώσεις.

Σε νέο ιστορικό υψηλό ανέβηκε το ποσοστό του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), όπως έδειξε πρόσφατη δημοσκόπηση για λογαριασμό του δημόσιου γερμανικού τηλεοπτικού σταθμού ARD. Αντίστοιχη άνοδος παρατηρείται και στην Ιταλία, όπου σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση πρώτο κόμμα στην πρόθεση ψήφου είναι το ακροδεξιό συγκυβερνών κόμμα της Λέγκα του Βορρά με επικεφαλής τον Ματέο Σαλβίνι.  Μάχη στήθος με στήθος δίνουν το κόμμα του Γάλλου προέδρου, Εμανουέλ Μακρόν, και το ακροδεξιό κόμμα Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λε Πεν ενόψει των  ευρωπαϊκών εκλογών του Μαΐου του 2019. Η άνοδος της ακροδεξιάς παρατηρείται και σε πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Δανία, η Ουγγαρία και η Αυστρία, ενώ στην Ελλάδα η νεοναζιστική εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, παρά τις αποκαλύψεις για τη δράση της, φαίνεται δημοσκοπικά να διατηρεί τα ποσοστά της.

Πολλοί είναι αυτοί που επισημαίνουν τις ομοιότητες με την περίοδο του μεσοπολέμου σχετικά με την άνοδο της ακροδεξιάς;

Σήμερα, τα αίτια αυτής της ανησυχητικής τάσης θα πρέπει να αναζητηθούν σε πολλαπλές αρνητικές συγκυρίες. Η οικονομική κρίση, το προσφυγικό, η ανεργία αλλά και οι τρομοκρατικές επιθέσεις που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στην Γηραιά Ήπειρο, σίγουρα επηρέασαν την αύξηση της επιρροής αυτών των κομμάτων.

Η ακροδεξιά στην Ευρώπη

Η πηγή του κακού

«Η αναταραχή που έχει προκαλέσει η αδυναμία διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες είναι ο πιο βασικός λόγος. Αυτό φυσικά έχει προκληθεί από την αδυναμία του ίδιου του δυτικού κόσμου να διαχειριστεί τα προβλήματα στη Μέση Ανατολή, που εδώ και δεκαετίες διατηρούν αυτή την ταραχή. Αδυναμία σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο να βρεθεί μία καινούρια γεωστρατηγική ισορροπία μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, που είναι κομβικής σημασίας γεγονός για την αναζωπύρωση των ταραχών στην Μέση Ανατολή. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πρόβλημα για το οποίο είναι πολύ δύσκολο να χαραχτεί μια ενιαία πολιτική στρατηγική, παρόλο που υπάρχει έντονη εμπλοκή όλων των μεγάλων δυνάμεων, δηλαδή τόσο των ΗΠΑ όσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας», υπογραμμίζει ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης στο Τvxs.gr.

Η ενδυνάμωση της ακροδεξιάς προκαλεί εμφανείς ή υποδόριες παρενέργειες σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο και δημιουργεί συνθήκες διάχυσης αντιλήψεων που απειλούν τους δημοκρατικούς θεσμούς. «Σε τόσο μεγάλα διεθνή ζητήματα, τα οποία γίνονται εθνικά ζητήματα, αφού τα βλέπουμε στην καθημερινότητα μας, δημιουργούν μια αναταραχή σε τοπικό επίπεδο. Η έλλειψη γνώσης που έχουμε αλλά και πολλές από τις παθογένειες πάνω στις οποίες έχει στηριχθεί  η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει οχυρώσει τις κοινωνίες με τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να μπορούν να διαχειριστούν τέτοια ζητήματα. Βλέπουμε πόσο εύθραυστο είναι το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που με την πρώτη σοβαρή δυσκολία, αναδεύει με ευκολία τους εθνικισμούς στην επιφάνεια. Πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δούλεψε πολύ στο να δημιουργήσει ένα ενιαία οικονομικό πεδίο και εξέλιξε τα οικονομικά εργαλεία, χωρίς να δώσει βάρος στην δημιουργία κοινωνιών που θα μπορούσαν αλληλέγγυα να αναπτυχθούν σε επίπεδο πολιτικής ολοκλήρωσης και κοινωνικής συγκρότησης. Αυτό το έλλειμμα επιτρέπει τόσο εύκολα στον εθνικισμό να προβάλει ξανά», προσθέτει ο κύριος Χαραλαμπίδης.

Ομοιότητες και διαφορές με τον μεσοπόλεμο

Σε πρώτο επίπεδο μπορεί να φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετές ομοιότητες σε σχέση με την άνοδο της ακροδεξιάς την περίοδο του μεσοπολέμου, ωστόσο όσο αναλύουμε και μελετάμε τη μία και την άλλη περίοδο καταλαβαίνουμε ότι υπάρχουν πολλές διαφορές. Οι ομοιότητες εντοπίζονται περισσότερο σε επίπεδο αντιλήψεων και νοοτροπιών. Αυτή την περιχαράκωση γύρω από το έθνος κράτος και την ταύτιση του λαού με το έθνος που δεν δείχνει ανοχή στο διαφορετικό. «Μιλάμε για την ανάγκη περιφρούρησης της πατρίδας από το διαφορετικό, είτε στον θρησκευτικό, είτε στον γλωσσικό, είτε στον πολιτισμικό τομέα. Νομίζω ότι το προσφυγικό είναι η κορυφή του παγόβουνου για αυτήν την εθνικιστική συμπεριφορά, αλλά από κάτω κρύβονται και άλλα πράγματα. Η κατεστραμμένη οικονομικά και πολιτικά Ελλάδα της δεκαετίας του ’20 υποδέχτηκε περίπου 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες για να τους εγκαταστήσει και τα κατάφερε. Τώρα μιλάμε για 70.000 πρόσφυγες που βρίσκονται στη χώρα μας οι οποίοι ψάχνουν τρόπο να φύγουν κι όχι να εγκατασταθούν μόνιμα, σε μια Ελλάδα που βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με το παρελθόν. Άρα μάλλον δίνουμε υπερβολική βαρύτητα στο θέμα του κινδύνου που αποτελούν οι πρόσφυγες για την ελληνική κοινωνία.

Εκείνη την περίοδο η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν κάτι καινούριο, μία “μόδα”, που πολύ εύκολα κατέρρευσε. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, κατά τη διάλυση της οθωμανικής και αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας δημιουργούνται πολλά έθνη κράτη, που υιοθετούν το κοινοβουλευτικό σύστημα, τα οποία όμως έχουν εμπειρία μόνο από βασιλιά ή αυτοκράτορα. Και γι΄ αυτό το λόγο όταν έρχονται τα πρώτα δύσκολα χρόνια, βλέπουμε πόσο εύκολα καταρρέουν τα κοινοβουλευτικά καθεστώτα και στα θέση τους εμφανίζονται αυταρχικά και ναζιστικά καθεστώτα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την μεγάλη οικονομική κρίση του ΄29, η οποία μεταδόθηκε από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη δημιουργώντας τεράστιες κοινωνικές αναταραχές, όπως η χρεοκοπία του 1932 στην Ελλάδα και η πρόκληση μιας μεγάλης πολιτικής αστάθειας που μας οδήγησε στη δικτατορία του Μεταξά. Την περίοδο του μεσοπολέμου όμως ο φασισμός και ο ναζισμός δεν είχαν δώσει ακόμα τα αποτρόπαια εγκλήματα που έδωσαν την περίοδο του 1940 και συνεπώς στο μυαλό των ανθρώπων φαινόταν μια εναλλακτική απέναντι στον ξοφλημένο φιλελευθερισμό και στη μεγάλη απειλή του κομουνισμού. Ο φασισμός και ο ναζισμός εμφανίστηκαν δηλαδή σαν μια εναλλακτική που θα μπορούσε να βγάλει τις κοινωνίες αυτές από το αδιέξοδο της οικονομικής κρίσης και το αδιέξοδο που προκάλεσε ο πόλεμος. Για αυτόν τον λόγο βλέπουμε τις κοινωνίες να στρέφονται με τόση ευκολία προς τέτοιες αυταρχικές λύσεις», επισημαίνει ο κύριος Χαραλαμπίδης.

Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα της Γερμανίας, στην οποία ο Χίτλερ δεν κάνει κάποιο πραξικόπημα, αλλά εκλέγεται από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Το ναζιστικό κόμμα κερδίζει την εξουσία και υποχρεώνει το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα να τον χρίσει καγκελάριο. Οι συντηρητικοί της Γερμανίας, όχι μόνο οι πολιτικοί αλλά και οι ιδιοκτήτες μεγάλων βιομηχανιών, παίζουν τον δικό τους ρόλο εκείνη την περίοδο γιατί πίστευαν ότι μπορούν να διαχειριστούν και να στρέψουν τον Χίτλερ εκεί που αυτοί θέλανε. Πολλοί συντάχθηκαν μαζί του για να εξυπηρετήσουν δικά τους συμφέροντα. Ουσιαστικά οι συντηρητικοί έχουν μερίδιο ευθύνης εξαιτίας της αδυναμίας τους να διαχειριστούν και να θέσουν ένα φράγμα στην άνοδο του ναζισμού και του φασισμού τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα. «Μπροστά στον ‘μπαμπούλα’ του κομουνισμού οι συντηρητικοί αλλά και οι σοσιαλδημοκράτες επέλεξαν να συστρατευτούν με τα αυταρχικά καθεστώτα σε μια λογική διαχείρισης του προβλήματος. Κάτι βέβαια που δεν έγινε στην πράξη. Το ίδιο έκαναν όμως οι φιλελεύθεροι εκείνη την περίοδο που υπήρχε κρίση και δεν ήξεραν πως να διαχειριστούν την κατάσταση, οπότε θεώρησαν ότι η καλύτερη λύση θα ήταν να στραφούν ενάντια σε αυτό που θεώρησαν μεγαλύτερο κίνδυνο εκείνη την εποχή, δηλαδή τον κομουνισμό», κατέληξε ο κύριος Χαραλαμπίδης.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρέπει να αναρωτηθούμε ποιες αιτίες μας έφεραν σε αυτή την κατάσταση και να διαλέξουμε ποια Ευρώπη θέλουμε. Μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων με πολιτική εμβάθυνση ή μια Ευρώπη που που θα έχει ως μοναδικό της εργαλείο τους οικονομικούς δείκτες…