Όταν στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι Ναζί αποχώρησαν από την Αθήνα, η Ελλάδα είχε χάσει το 10% του πληθυσμού της και οι στρατιωτικές απώλειες μαζί με αυτές των αμάχων από την πείνα και τις κακουχίες εκτιμώνται γύρω στις 600.000. To τέλος του φρικτού Β´ Παγκοσμίου Πολέμου άφησε πίσω του 80 εκατομμύρια θύματα- ανάμεσα τους 30 εκατομμύρια Ρώσους, 6 εκατομμύρια Πολωνούς και Ουκρανούς, 2 εκατομμύρια Γιουγκοσλάβους. Όσο για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων με τα 6 εκατομμύρια θυμάτων, δεν υπάρχουν λόγια.

Εφτά δεκαετίες και πλέον μετά το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου τα τραύματα δεν έχουν πλήρως επουλωθεί. Πως είναι αλήθεια να είσαι απόγονος Ναζιστών ή δοσιλόγων στην Ελλάδα; Πως ζεις με αυτή την βαριά κληρονομιά; Πως μπορεί κανείς να τη διαχειριστεί;Η δημοσιογράφος Μαρία Ρηγούτσου παρουσιάζει στηνDeutsche Welle μια σειρά διηγήσεων απογόνων Ναζί και δοσιλόγων.

«Φοβόμουν πολύ την αλήθεια»

Η Αλεξάνδρα Σενφτ είναι εγγονή του Χανς Λούντιν, πρεσβευτή του Γ´Ράιχ στη Σλοβακία και συνυπεύθυνου για την εξόντωση 60.000 Εβραίων. «Η καταβολή αποζημιώσεων στην Ελλάδα είναι μια ελάχιστη χειρονομία» δηλώνει.

Βρέχει καταρρακτωδώς και κάνει κρύο. Η Αλεξάνδρα Σενφτ ανάβει το τζάκι για να ζεσταθεί λίγο το καθιστικό. Την Πάρο, όπου βρίσκεται το σπίτι στο οποίο συναντηθήκαμε, την γνωρίζει από παιδί. Εκεί περνάει ακόμη τα καλοκαίρια της και τις γιορτές. Είναι δημοσιογράφος και εδώ και έντεκα χρόνια κάνει περιοδείες σε ολόκληρη τη Γερμανία παρουσιάζοντας το βιβλίο της που αφορά τη σχέση της οικογένειάς της με τον Ναζισμό (Das Schweigen tut weh, εκδόσεις List) καθώς και άλλα βιβλία της με θέμα τα τραύματα του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου και τη μεταβίβασή τους στις επόμενες γενιές.

«Η αφορμή για να γράψω το βιβλίο ήταν ο θάνατος της μητέρας μου πριν από είκοσι χρόνια σε ηλικία 64 ετών με τη μορφή μιας ‘υποδόριας’ αυτοκτονίας, η οποία συντελούνταν για δεκαετίες, ενώ εγώ για πάρα πολλά χρόνια δεν μπορούσα να καταλάβω τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους υπέφερε η μητέρα μου. Μετά το θάνατό της χρειάστηκα πολλά χρόνια μέχρι να επεξεργαστώ το υλικό που μου είχε αφήσει. Μέχρι να ανοίξω τα κουτιά, να διαβάσω τα γράμματα, να βρω την ιστορία της μητέρας μου σαν ένα παζλ. Κατάλαβα ότι η μητέρα μου υπέφερε πάρα πολύ εξαιτίας της ‘κληρονομιάς’ της διότι ο πατέρας της, ο παππούς μου ήταν ένας Εθνικοσοσιαλιστής, ο οποίος ως απεσταλμένος του Γ´ Ράιχ στη Σλοβακία, από το 1941 μέχρι το 1945, ήταν συνυπεύθυνος για την εξόντωση των Σλοβάκων Εβραίων. Η μητέρα μου δεν μπόρεσε να αντέξει ψυχολογικά το ότι ο καλός πατέρας που θα μπορούσε να είχε εκτελέστηκε σαν εγκληματίας πολέμου».

Βρήκε τη μητέρα της πνιγμένη στην μπανιέρα του σπιτιού της. Πιθανότατα εκείνη γλίστρησε μέσα στο καυτό νερό εξαιτίας του υπερβολικού αλκοόλ που είχε καταναλώσει. Η Αλεξάνδρα Σενφτ μιλάει με σταθερή φωνή και παραδέχεται πως το θέμα του παππού της δεν αποκρύπτονταν στην οικογένεια: «Ο  παππούς μου παρουσιαζόταν πάντα ως ένας καλός Ναζί, ο οποίος καθόταν στο γραφείο του και δεν έκανε τίποτα κακό. Ποτέ όμως δεν γινόταν λόγος για το ποιός ήταν ο πραγματικός του ρόλος ως απεσταλμένου του Γ´ Ράιχ».

Ο παππούς της μετά τον πόλεμο παραδόθηκε στους Αμερικανούς και δεν προσπάθησε να διαφύγει. Καταδικάστηκε και εκτελέστηκε το 1947 στην Μπρατισλάβα από τους Τσέχους σαν εγκληματίας πολέμου. «Αυτό ήταν φυσικά ένα μεγάλο τραύμα για την οικογένεια της μητέρας μου, αλλά και για την ίδια τη μητέρα μου που ήταν η μεγαλύτερη από τα έξι παιδιά που άφησε πίσω του ο παππούς μου. Ωστόσο δεν μιλούσαμε ποτέ στην πραγματικότητα για ποιο λόγο εκτελέστηκε. Χαρακτηριζόταν ως ‘θύμα’ της εποχής του, σαν κάποιος που ήταν σχεδόν ‘αθώος’ κι επειδή εκτελέστηκε πήρε σχεδόν τη μορφή ‘μάρτυρα’» τονίζει.

Ο τραγικός θάνατος της μητέρας της στάθηκε η αφορμή για την έρευνα του παρελθόντος. «Ήμουν ενήλικας όταν άρχισα να ερευνώ. Είχα και η ίδια δικά μου παιδιά. Ξεκίνησα αργά να θέτω κριτικές ερωτήσεις. Δεν το έκανα νωρίτερα διότι όταν μια οικογένεια έχει κάτι να κρύψει, και στη συγκεκριμένη περίπτωση εγκλήματα, διαθέτει διάφορους μηχανισμούς ώστε να το εμποδίσει. Μπορεί να το κάνει λεκτικά, μπορεί να το κάνει μη λεκτικά, έχει πολλές δυνατότητες να κάνει σαφές ‘καλύτερα να μη ρωτάς’. Σαν παιδί ή σαν έφηβη σπάνια ρώτησα. Είχα προσέξει πως αυτό το θέμα πονάει, είναι δυσάρεστο. Η μητέρα μου ήταν πάντα πολύ συγκινημένη όταν την ρωτούσα για τον πατέρα της, στην πραγματικότητα ανίκανη να μου απαντήσει και γι αυτό το λόγο δεν ρωτούσα.»

Στην έρευνά της μεγάλος υποστηρικτής ήταν ο πατέρας της. Ένας επιφανής δικηγόρος στη Γερμανία με πελάτες όπως η Ρόμι Σνάιντερ ή ο Ρουμάνος εικαστικός Κρίστο.

«Ήταν συχνά ένας εφιάλτης. Τώρα γελάω αλλά ήταν ένας εφιάλτης. Φοβόμουν πάρα πολύ. Φοβόμουν την αλήθεια. Έτρεφα πάντα την ελπίδα να βρω κάτι για τον παππού μου που θα τον έκανε έναν ‘καλό’ Ναζί. Και όσο περισσότερο προχωρούσα και διαπίστωνα πως δεν θα έβρισκα κάτι τέτοιο αλλά αντίθετα καταλάβαινα σε τι είχα αφεθεί, τόσο πιο απειλητικό γινόταν. Ο μεγαλύτερος φόβος μου κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ήταν ότι θα έχανα την οικογένειά μου διότι γνώριζα πως το αποτέλεσμα των ερευνών μου, το οποίο θα δημοσιοποιούσα, θα ερχόταν σε ρήξη με τον κώδικα συμπεριφοράς που επί δεκαετίες ολόκληρες η οικογένειά μου χρησιμοποιούσε».

Η Αξεξάνδρα Σενφτ είχε ενημερώσει την οικογένειά της για τις έρευνές της, οι οποίες διήρκεσαν δυο χρόνια. Στην αρχή ωστόσο οι συγγενείς φάνηκαν υποστηρικτικοί: «Όσο όμως γινόταν σαφές ότι είχα μια ξεκάθαρη θέση απέναντι στον παππού μου και τη γιαγιά μου, τόσο περισσότερο η οικογένειά μου υιοθετούσε μια αμυντική στάση και προσπαθούσε να μου κάνει δύσκολη τη ζωή. Μέσω πολλών επιστολών που είχαν στόχο είτε να με επηρεάσουν θετικά είτε να με εμποδίσουν να γράψω αυτό το βιβλίο. Και μετά που το έγραψα και το δημοσίευσα αντιμετωπίστηκα ως αυτή που σπίλωσε την οικογένεια, απαξιώθηκα».

Αναπόφευκτα η κουβέντα στρέφεται και γύρω από την Ελλάδα και τις σχέσεις των Γερμανών σήμερα με τη χώρα, αλλά και γύρω από το πώς είναι να δηλώνεις ότι είσαι Γερμανός:

«Σαν Γερμανός ή Γερμανίδα νομίζω ότι εξαιτίας του ναζιστικού παρελθόντος δεν μπορείς να αποβάλεις εντελώς το αίσθημα ντροπής. Μπορώ όμως, όταν αυτό το αίσθημα ντροπής μου γίνει συνειδητό, να δράσω. Και όχι μόνο μόνη μου, αλλά να προχωρήσω σε διάλογο με άλλους. Γνωρίζω πολλούς Γερμανούς, οι οποίοι ντρέπονται πάρα πολύ να πάνε σε ένα μέρος στην Ελλάδα, όταν γνωρίζουν ότι οι Γερμανοί διέπραξαν εκεί εγκλήματα. Η διαφορά όμως είναι, εάν παίρνω μια ξεκάθαρη θέση και λέω ναι ντρέπομαι ή εάν ζω με ένα μη ξεκάθαρο αίσθημα ντροπής και λέω αισθάνομαι άσχημα, καλύτερα να μην πάω στο Δίστομο και στην Κρήτη, να μην τα δω όλα αυτά και νιώσω άσχημα. Από τη στιγμή όμως που αποδέχομαι την ντροπή μπορώ να δω και την αλήθεια».

Τέλος, όσον αφορά το θέμα των γερμανικών επανορθώσεων προς την Ελλάδα απαντά χωρίς περιστροφές: «Είμαι απολύτως πεπεισμένη πως θα πρέπει να πληρωθούν οι αποζημιώσεις στην Ελλάδα, παρόλο που πρόκειται για μια οικονομική μόνο κίνηση. Δεν είναι μια ανθρώπινη πράξη, η οποία θα ήταν πολύ πιο σημαντική. Αν δεν προσφέρεται μια ανθρώπινη χειρονομία, τουλάχιστον αποζημιώσεις για όλα αυτά που προκλήθηκαν σε αυτή τη χώρα. Πιστεύω όμως ότι θα πρέπει να υπάρξουν πολύ περισσότερες συζητήσεις μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών για το τι έκαναν οι Ναζί στην Ελλάδα και ίσως για τη συνεργασία κάποιων Ελλήνων με τους Γερμανούς τότε. Κανείς δεν είναι φτιαγμένος να γίνει δράστης ή θύμα μόνο. Όλοι έχουμε την ικανότητα να γίνουμε δράστες. Και πιστεύω ότι εξαιτίας της κρίσης που υπάρχει στην Ευρώπη αλλά και της ασυμμετρίας μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας είναι πολύ σημαντικό να μιλήσουμε για το τι συνέβη στο παρελθόν, ώστε να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε πιο ανοιχτά και πιο συμφιλιωτικά, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο αλλά και πολιτικό».

«Προσωπική μας ευθύνη να μην επαναληφθεί η ιστορία»

Το εργοστάσιο του παππού του Στέφαν Όχαμπα κατασκεύαζε όπλα στο Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο.«Εάν δεν δούμε τι πραγματικά συνέβη στην οικογένειά μας δεν θα επεξεργαστούμε ποτέ την ιστορία» τονίζει σήμερα ο εγγονός.

«Είμαι εγγόνι Ναζιστών και το λέω έτσι γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα. Ο παππούς μου ήταν Ναζιστής» δηλώνει ευθαρσώς ο Στέφαν Όχαμπα. Αυτή η φαινομενικά «απλή» για σήμερα παραδοχή της πραγματικότητας στοίχισε πολλά χρόνια ερευνών και μεγάλων συγκρούσεων με την οικογένεια στον 45χρονο Γερμανό μηχανικό πληροφορικής.
Η επίσκεψη της έκθεσης με τον τίτλο «Ένας καταστροφικός πόλεμος. Τα εγκλήματα της Βέρμαχτ από το 1941 έως το 1944» στην Κολωνία στάθηκε η αφορμή για τον Στέφαν Όχαμπα να αναλογιστεί  το μερίδιο ευθύνης που έφερε και η δική του οικογένεια. Η έκθεση παρουσιάστηκε από το 1995 έως το 1999 σε 34 γερμανικές και αυστριακές πόλεις και αργότερα συνεχίστηκε από το 2001 έως το 2004 προκαλώντας πάταγο στη Γερμανία με συζητήσεις που έφθασαν μέχρι το Κοινοβούλιο.

«Το Ολοκαύτωμα και ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος παραμένει κάτι πολύ αφηρημένο. Γνωρίζουμε τους αριθμούς, τόσα εκατομμύρια νεκροί, στρατόπεδα συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, Άουσβιτς, αλλά όλα αυτά παραμένουν κάτι μακρινό. Δεν έχουν σχέση με εμάς προσωπικά. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει φυσικά. Πολύ συχνά έχει να κάνει με τη δική μας ιστορία. Ολόκληρη η Γερμανία – δεν θέλω να πω πως όλοι ήταν Ναζί, σίγουρα κάποιοι ήταν εναντίον του Χίτλερ, όμως οι περισσότεροι επωφελήθηκαν από το σύστημα και αυτό λησμονείται. Για μένα η επεξεργασία της ιστορίας σημαίνει να δει κανείς πρώτα τι έγινε στη δική του οικογένεια, τι συνέβη στον ίδιο».

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να ξεκινήσει να μελετά συστηματικά τα αρχεία για να διαπιστώσει πως ο παππούς του, μηχανικός το επάγγελμα, αγόρασε από την εβραϊκή οικογένεια  Αϊμπουσίτς ένα εργοστάσιο στην Τσεχοσλοβακία, κοντά στα γερμανικά σύνορα. Το εργοστάσιο, το οποίο κατασκεύαζε κλωστοϋφαντουργικά μηχανήματα «αγοράστηκε» από τους Εβραίους και «οι Ναζί χάρη στη βοήθεια του παππού μου χρησιμοποίησαν το εργοστάσιο για την κατασκευή όπλων, βομβών, κανονιών, εξαρτημάτων για υποβρύχια». Πριν από τον πόλεμο στην επιχείρηση, η οποία ήταν Ανώνυμος Εταιρεία, απασχολούνταν 350 εργαζόμενοι. Στη διάρκεια του πολέμου, όπως προκύπτει από τις έρευνες του Στέφαν Όχαμπα, εργάζονταν 1.200 άτομα που είχαν υποχρεωθεί σε καταναγκαστική εργασία. «Κάποιοι κομμουνιστές, όπως μου είπε ο πατέρας μου. Σε κάθε περίπτωση εργάζονταν υπό επιτήρηση. Σε ένα ταξίδι που κάναμε κάποτε μαζί μου έδειξε τις παράγκες όπου έμεναν».

Πολλά από τα στοιχεία τα γνώριζε ήδη από την οικογένειά  του, ωστόσο ο τρόπος ερμηνείας των γεγονότων διέφερε. Για τον πατέρα του Στέφαν, ο παππούς ήταν ένα «θύμα της Ιστορίας», για τον εγγονό όμως όχι. Για τον πατέρα, η αγορά του εργοστασίου ήταν μια προσοδοφόρα οικονομική επένδυση, «ο παππούς έσωσε το εργοστάσιο που κατέρρεε οικονομικά». Το εργοστάσιο «συμπτωματικά» ανήκε σε Εβραίους. Για τον εγγονό όμως η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. «Ήξερα σχετικά νωρίς ότι ο παππούς μου δεν ήταν ένας καλός σαμαρίτης, ότι ήταν συνεργάτης των Ναζί και ότι επωφελήθηκε πάρα πολύ από το καθεστώς». Οι γενικές πληροφορίες που έπαιρνε από το περιβάλλον του, ότι δηλαδή ο παππούς «ήταν μηχανικός και ότι είχε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε κάποια ‘τεχνικά προϊόντα‘» απείχαν πολύ από την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα που ανακάλυψε μέσα από τις πολύχρονες προσωπικές του έρευνες ήταν ότι «η οικογένεια των Εβραίων μεταφέρθηκε καταρχάς στην Πράγα και αργότερα στο Άουσβιτς. Θανατώθηκε στο στρατόπεδο εξόντωσης του Σόμπιμπορ. Τα παιδιά κατάφεραν να γλιτώσουν».

Ο Στέφαν στην προσπάθεια του να επεξεργαστεί τη δική του ιστορία κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να βρει τους απογόνους της εβραϊκής οικογένειας στις ΗΠΑ. Κατάφερε να εντοπίσει έναν εγγονό, δικηγόρο στο επάγγελμα. Αντηλλάγησαν κάποια email όπου ζητούσε συγγνώμη, ωστόσο οι απαντήσεις ήταν ψυχρές, σχεδόν μονολεκτικές. «Μπορώ να εικάσω και να καταλάβω τους λόγους αυτής της συμπεριφοράς» λέει ο Στέφαν Όχαμπα.

Οι συνέπειες από τα τραύματα του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου είναι και σήμερα εμφανή στην οικογένεια του Στέφαν. Ο πατέρας του ήταν μόλις εφτά ετών όταν τελείωσε ο πόλεμος και έπρεπε να αφήσει το σπίτι που μεγάλωσε στην Τσεχοσλοβακία. Η δημιουργία μιας σταθερής εστίας ήταν πάντα η μεγάλη του επιθυμία. Ο πατέρας της μητέρας του γύρισε σαν ανθρώπινο ράκος από τον πόλεμο. Δεν μπόρεσε να δώσει την προσοχή και τη στοργή που χρειαζόταν η κόρη. Η ουσιαστική έλλειψη του πατέρα είχε συνέπειες στον τρόπο που και αυτή με τη σειρά της μεγάλωσε τα δικά της παιδιά βυθισμένη συχνά στην κατάθλιψη.
Ο Στέφαν εδώ και χρόνια δεν ντρέπεται να μιλάει για το παρελθόν της οικογένειάς του. «Δεν ντρέπομαι που είμαι Γερμανός, δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό. Ντρέπομαι όμως που ένα μέρος του πλούτου που διαθέτουμε ακόμα και σήμερα προέρχεται από εκείνη την εποχή και εκείνο το σύστημα».

Ο παππούς του φυλακίστηκε για κάποιους μήνες αλλά αργότερα απαλλάχθηκε από τον χαρακτηρισμό του «βεβαρημένου». (Οι σύμμαχοι είχαν καταρτίσει έναν κατάλογο με 5 διαβαθμίσεις συνυπαιτιότητας την περίοδο του Ναζισμού, βάσει του οποίου κατατάσσονταν οι Γερμανοί πολίτες. Ο παππούς του είχε καταταγεί ψηλά, στη βαθμίδα 2). Ο Στέφαν Όχαμπα δεν έψαξε να μάθει περισσότερα. Όσα γνώριζε του αρκούσαν για να δηλώνει με παρρησία πως είναι «ένα εγγόνι Ναζιστών» και πως «όλοι έχουμε προσωπική ευθύνη ώστε να μη συμβεί στο μέλλον μια παρόμοια τραγωδία».