Tο Brexit ευνοεί την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα στην Αθήνα, όπως υποστηρίζει σε σημερινό της άρθρο η δημοσιογράφος του Guardian, Ριάνον Λούσι Κόσλετ, με αφορμή επίσκεψή της στην ελληνική πρωτεύουσα την περασμένη εβδομάδα.

Όπως γράφει η Κόσλετ, το μουσείο της Ακρόπολης είναι ένα αρχιτεκτονικό θαύμα που δικαίως έχει αποσπάσει τόσες διακρίσεις. Στο σημείο αυτό, επισημαίνει την «σκόπιμη απουσία» των εκθεμάτων, δηλαδή των Γλυπτών του Παρθενώνα, τα οποία οι Έλληνες ελπίζουν να επιστραφούν κάποια μέρα στην πατρίδα τους.

«Πολλοί αναγνώστες αναμφίβολα θα γνωρίζουν ότι πολλά από αυτά τα ανεκτίμητης αξίας γλυπτά βρίσκονται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο του Βρετανικού Μουσείου αφού ο λόρδος Έλγιν τα απέσπασε από τον Παρθενώνα στις αρχές του 1800», εξηγεί στο άρθρο της και προσθέτει: «Αυτό είναι ένα ζήτημα έντονης αντιπαράθεσης, αλλά κι ένα θέμα για το οποίο οι περισσότεροι Βρετανοί, ειδικά οι νέοι και χωρίς ιμπεριαλιστικές απόψεις, αγωνιούν να διευθετηθεί».

Η συντάκτρια μάλιστα επισημαίνει ότι, σε δημοσκόπηση του 2014 της YouGov μόλις το 23% των Βρετανών ήθελαν να παραμείνουν τα Γλυπτά του Παρθενώνα στη χώρα τους.

Τονίζει ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να επιθυμούν σφόδρα της επιστροφή τους και ότι το Brexit είναι η ιδανική ευκαιρία για την κυβέρνηση της Αθήνας να ασκήσει πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση. «Στο κάτω κάτω, το Λονδίνο θα χρειαστεί την έγκριση από όλες τις χώρες – μέλη αν συναφθεί συμφωνία για το Brexit».

Το άρθρο συνεχίζει λέγοντας ότι υπάρχουν πολλά ακλόνητα επιχειρήματα για την επιστροφή των Γλυπτών και συμβουλεύει όποιον ενδιαφέρεται για το θέμα να ακούσει τον διάλογο που είχαν νωρίτερα αυτή τη χρονιά ο Άντριου Τζορτζ, ο πρόεδρος της Eπιτροπής για την Επιστροφή των Γλυπτών «Marbles Reunite» και βουλευτής των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, και ο ηθοποιός Στίβεν Φράι, που έκαναν έκκληση για την επιστροφή τους.

Αλλά το πιο πειστικό επιχείρημα, γράφει η δημοσιογράφος, προήλθε από ένα μέλος του κοινού που παρακολούθησε τη συζήτηση και το οποίο επισήμανε ότι τα Γλυπτά είναι το μοναδικό έργο τέχνης που δεν θα πρέπει να μοιράζεται: «Δεν θα ήταν περίεργο αν το κεφάλι του Δαβίδ του Μιχαήλ Αγγέλου βρισκόταν στο Βρετανικό Μουσείο και το σώμα στην Γκαλερί Ουφίτσι;», επιχειρηματολόγησε.

Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται συχνά κατά της επιστροφής των Γλυπτών είναι ότι το Βρετανικό Μουσείο είναι ένα μουσείο ανοιχτό σε όλο τον κόσμο o οποίος μπορεί να θαυμάσει παγκόσμιους θησαυρούς. Αντίθετα, γράφει η δημοσιογράφος, το Μουσείο της Ακρόπολης στρεβλά παρουσιάζεται ως απλώς ένα εθνικό μουσείο, «παρά τα εκατομμύρια των τουριστών που επισκέπτονται κάθε χρόνο την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού». Αλλά κατά τη γνώμη μου, συνεχίζει η συντάκτρια του άρθρου, το Brexit καθιστά το επιχείρημα αυτό εντελώς περιττό.

Και καταλήγει: «Μπορεί το Βρετανικό Μουσείο πραγματικά να ισχυριστεί ότι είναι ένα μουσείο για όλο τον κόσμο όταν η βρετανική κυβέρνηση απορρίπτει την ελεύθερη διακίνηση Ευρωπαίων πολιτών προς τη χώρα στις διαπραγματεύσεις για το Brexit; Θεωρώ πως όχι. Στείλτε πίσω στην Αθήνα τα Γλυπτά του Παρθενώνα και θα μπορεί να τα θαυμάζει όποιος πολίτης της ΕΕ επιλέγει να ταξιδεύει στη χώρα, απαλλαγμένος από περιορισμούς».