Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Σίδνεϊ μόλις είχαν ξεκινήσει. Διοργάνωση-ορόσημο για τον Παγκόσμιο Αθλητισμό, καθώς ήταν οι πρώτοι της νέας χιλιετίας, αλλά και οι πρώτοι που διέθεταν επίσημη σελίδα στο Internet. Ήταν, παράλληλα, κομβικής σημασίας και για την Ελλάδα η οποία κατείχε περίοπτη θέση σε όλα τα δρώμενα της Νέας Νότιας Ουαλίας τον Σεπτέμβριο του 2000. Κι αν η Αυστραλία είναι η χώρα… από κάτω (down under) η Ελλάδα ήταν η χώρα… του μετά, ως η επόμενη διοργανώτρια των Ολυμπιακών Αγώνων.

Υπήρχε αισιοδοξία ότι η αγωνιστική ανάκαμψη που είχε αρχίσει να διαφαίνεται τέσσερα χρόνια νωρίτερα στην Ατλάντα, θα συνεχιζόταν στο Σίδνεϊ. Οσο πλησίαζαν, άλλωστε, οι Αγώνες της Αθήνας τόσο πιο ισχυροί γίνονταν οι αθλητές μας. Το έθνος περίμενε επιτυχίες, περίμενε μετάλλια και η αναμονή έμελλε να είναι ιδιαίτερα σύντομη.

Σαν σήμερα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2000 ο Λεωνίδας Σαμπάνης αναδείχθηκε 2ος στην κατηγορία 62κ. της Αρσης Βαρών και χάρισε στην Ελλάδα το πρώτο της μετάλλιο στους 27ους Ολυμπιακούς Αγώνες, μόλις 48 ώρες μετά την Τελετή Εναρξης (15/9/2000). Ήταν η απαρχή της εκπληκτικής παρουσίας της χώρας μας, που με 13 μετάλλια συνολικά (4 χρυσά – 6 ασημένια – 3 χάλκινα) κατέγραψε την καλύτερη παρουσία της μετά το 1896! Επίδοση που παραμένει ως η υψηλότερη που έχει καταγράψει ποτέ ελληνική αποστολή σε Αγώνες που διεξήχθησαν σε άλλη χώρα.

Οι αγώνες έγιναν στο εκθεσιακό και συνεδριακό κέντρο του Σίδνεϊ που είχε διαμορφωθεί αναλόγως ώστε να φιλοξενήσει το Ολυμπιακό τουρνουά Αρσης Βαρών καθώς επίσης και την Πάλη, το Τζούντο και την Ξιφασκία.

Ο μεγάλος του αντίπαλος, ο Τούρκος Ναΐμ Σουλεϊμάνογλου, εξουδετερώθηκε από πολύ νωρίς καθώς αποκλείστηκε με τρεις αποτυχημένες προσπάθειες στο αρασέ. Ο Σαμπάνης είδε το μονοπάτι προς το βάθρο να ανοίγει διάπλατα και δεν έχασε την ευκαιρία. Σήκωσε 170 κιλά στο αρασέ και «έκλεισε θέση» στην τριάδα. Ο Νικολάι Πεσάλοφ, Βούλγαρος που είχε αυτομολήσει στην Κροατία από το 1998, ήταν ανώτερος απ΄όλους και πήρε το χρυσό με 150-175-325. Ετσι ο Σαμπάνης πήρε το ασημένιο με 317,5 στο σύνολο, όντας ελαφρύτερος από τον Λευκορώσο Ολέσιουκ, ο οποίος είχε την ίδια επίδοση.

Ήταν το δεύτερο συνεχόμενο μετάλλιο καθώς είχε προηγηθεί αυτό της Ατλάντα το 1996 και ο Σαμπάνης ήταν τότε μόλις ο 5ος Έλληνας στα χρονικά των Ολυμπιακών Αγώνων που κατορθώνει να κερδίσει back to back μετάλλια.

Σε συνέντευξη του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο «Τσάπι» όπως τον αποκαλούν άπαντες στην οικογένεια της Αρσης Βαρών, γυρίζει το χρόνο πίσω και περιγράφει με θαυμαστή ακρίβεια όλα όσα συνέβησαν εκείνο το απόγευμα στην μακρινή Αυστραλία.

 

ΤΟ ΑΛΛΕΡΓΙΚΟ ΣΟΚ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕ ΚΑΝΕΙΣ

Στον Τύπο της εποχής υπάρχουν αναφορές ότι ο Σαμπάνης ταλαιπωρήθηκε αρκετά στην προετοιμασία από έναν τραυματισμό. Όμως είχε συμβεί κάτι άλλο, το οποίο αποκαλύπτει για πρώτη φορά στη συνέντευξη αυτή:

«Ένα μήνα πριν από τους αγώνες ενώ πηγαίναμε με το αεροπλάνο στην Κύπρο για προετοιμασία, έπαθα αλλεργικό σοκ. Κατεβαίνω από το αεροπλάνο και είναι όλο μου το σώμα γεμάτο εξανθήματα… Πήγα κατευθείαν στο νοσοκομείο, έμεινα 20 μέρες εκτός προπονήσεων και έτρωγα μόνο μακαρόνια σκέτα χωρίς λάδι. Μοιραζόμουν την αγωνία με τον Βίκτωρα Μήτρου που μέναμε στο ίδιο δωμάτιο και ερχόταν μαζί μου κάθε μέρα στο νοσοκομείο. Ξεκίνησα προπονήσεις αρχές Σεπτεμβρίου. Πριν συμβεί το αλλεργικό σοκ ήμουν σε φοβερή κατάσταση, έτοιμος για το χρυσό. Το ήθελα από το 1996 γιατί ήμουν άτυχος τότε. Ήθελα να το αφιερώσω στην κόρη μου που ήταν 5 ετών και τη γυναίκα μου. Είχα ήδη πάρει 3 χρυσά και είχα καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα (Λάχτι 1998) κάτι που δεν είχε πετύχει κανένας Έλληνας.

Ευτυχώς υπήρχαν τότε οι προϋποθέσεις και πήγαμε στην Αυστραλία περίπου δέκα ημέρες πριν από τους αγώνες. Από τότε και μέχρι να αρχίσουν οι αγώνες κάθε μέρα κάθε λεπτό ήταν δραματικό για μένα. Είχα τεράστια αγωνία όσο περνούσαν οι μέρες και πλησίαζε ο αγώνας μου.

Δεν το κρύβω ότι δεν ήμουν και στα καλύτερά μου ψυχολογικά γιατί προσπαθούσε καθημερινά και έβλεπα ότι δεν μπορούσα να πιάσω τα κιλά που έπρεπε για το χρυσό μετάλλιο. Γιατί αυτός ήταν ο στόχος μου».

 

Η 17η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2000

Λεπτό προς λεπτό η συγκλονιστική μάχη με τον Πεσάλοφ και το «αντίο» του Σουλεϊμάνογλου, όπως τα εξιστορεί ο Ελληνας Ολυμπιονίκης:

«Από το πρωί που ξύπνησα είχα αγωνία αλλά σιγά-σιγά ηρέμησα όπως έκανα πάντα πριν από κάθε μεγάλο αγώνα. Είχα πάντα ως προτέρημα τη θετική σκέψη και έτσι συγκεντρώθηκα στον αγώνα για να μην σκέφτομαι τους τραυματισμούς και όλα όσα είχα περάσει εκείνες τις μέρες για να φτάσω εκεί που ήμουν.

Εκείνες τις εποχές ο Γιάννης Σγουρός και ο Χρήστος Ιακώβου φρόντιζαν πάντα να πηγαίνουμε στις πόλεις που γινόντουσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες νωρίτερα ώστε να μην αντιμετωπίζουμε πρόβλημα προσαρμογής. Έτσι και εμείς στο Σίδνεϊ είχαμε πάει ένα χρόνο πριν ξέραμε πώς είναι το κλίμα και ξέραμε και τη συμπαράσταση που θα έχουμε από τους πάρα πολλούς Έλληνες.

Ξεκινάμε ζέσταμα, μπαίνουμε μετά στον αγώνα φυσικά όλοι είχαν πολύ μεγάλη αγωνία, ο Ιακώβου, ο Γιώργος Ηλιού, ο Γιάννης Κατσαϊδώνης, ο Παναγιώτης Σπύρου, η Κυριακή Γαλάνη που ήταν στο προπονητικό τιμ, ο Δημήτρης Βαλασιάδης.

Ίσως ήταν ο πιο δύσκολος αγώνας στην κατηγορία 62 κιλών στην ιστορία της άρσης βαρών αφού και οι οκτώ αθλητές είχαν ως ρεαλιστικό στόχο μια θέση στα μετάλλια.

Ξεκινάω πρώτη προσπάθεια στα 142,5 κιλά, έγκυρο, μια χαρά. Η τακτική του Πεσάλοφ και του Ναΐμ ήταν να βρίσκονται πάντα 2.5 κιλά από πάνω μου, γιατί ήμουν ελαφρύτερος. Ο Πεσάλοφ κάνει στην πρώτη 145 και έρχεται η σειρά του αείμνηστου Ναΐμ. Και κάπου εκεί γράφτηκε ο επίλογος στην καριέρα ενός από τους θρύλους του αθλήματος…

Παλεύει, παλεύει με ψυχή για να μείνει όρθιος, τρεις φορες. Ηταν όμως σε πολύ κακή κατάσταση, δεν κατάφερε κι αυτό ήταν το «αντίο» του.

Μόλις τελείωσε μπήκε στο προθερμαντηριο και μου έκανε νόημα για να μου ευχηθεί καλή τύχη, όπως και ολοι οι Τούρκοι γιατί είχαν μεγάλη κόντρα με τον Πεσάλοφ.

Και τώρα ξεκινάει η μεγάλη μάχη Σαμπάνης – Πεσάλοφ, με πολλούς Κροάτες στη σάλα και τον πρόεδρο της δημοκρατίας της Κροατίας. Αλλά τους Τούρκους φιλάθλους να είναι μαζί μου, όπως φυσικά και οι εκατοντάδες Έλληνες που βρίσκονταν εκεί.

Σηκώνω τα 147.5 κιλά και τον αναγκάζω να ανέβει στα 150. Χάνει τη δεύτερη, μπαίνω εγώ τρίτη προσπάθεια στα 150 και το χάνω για λίγο. Τότε έδειξε φοβερή δύναμη και κατάφερε σηκώσει τα 150 στην τελευταία του προσπάθεια. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που έχασα στο αρασέ από τον Πεσάλοφ.

 

ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ ΣΤΟ ΖΕΤΕ

Ξαφνικά η γη γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια του, καθώς στην προθέρμανση για το ζετέ ο Σαμπάνης νοιώθει «άδειος». Δεν μπορεί να σηκώσει ούτε 160 κιλά, ενώ έχει δηλώσει πρώτη προσπάθεια στα 170. Η περιγραφή στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ είναι συγκλονιστική:

«Στο ζετέ δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά που έγιναν στο ζέσταμα. Δεν μπορούσα να σηκώσω ούτε τα ελάχιστα κιλά. Το βλέπει ο Ιακώβου και λέει «την πατήσαμε», έπιανε το κεφάλι του και φώναζε «χαμήλωσε» (σ.σ. να δηλώσουν λιγότερα κιλά) γιατί είχαμε βάλει πρώτη προσπάθεια στα 170. Όμως δεν προλαβαίναμε να κατεβάσουμε κιλά.

Ετσι βγαίνω στα 170 κι αρχίζω να σκέφτομαι… Δεν μπορώ να γυρίσω στην Ελλάδα χωρίς ολυμπιακό μετάλλιο τι θα πω στην κόρη μου, τί θα πω στην οικογένειά μου! Σκέφτηκα ή θα το κάνω ή θα πεθάνω πάνω στην μπάρα. Πάνω στο πλατό ήμουνα φωτιά, αν μου έλεγες να αυτοκτονήσω θα αυτοκτονούσα. Δεν υπήρχε γυρισμός.

Τελικά καταφέρνω να σηκωθώ, κρατάω τα κιλά και με αυτό κλειδώνω τη δεύτερη θέση. Ξαφνικά βλέπω τη Γιάννα Αγγελοπούλου να ανεβαίνει πάνω στο πλατό για να με αγκαλιάσει και το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι μετά κατεβαίνω, πηγαίνω στον Ιακώβου και του λέω «άλλη φορά να με πιστεύεις εμένα»! Γιατί είχε τρομάξει πολύ όταν με είδε έτσι στο ζέσταμα.

Αργότερα μίλησα με την κόρη μου. Της είπα «αγάπη μου δεν πήραμε το χρυσό, αλλά ο μπαμπάς έφερε άλλο ένα μετάλλιο. Το βράδυ όπως πάντα οργανώσαμε μια γιορτή».

Για τον Σαμπάνη είναι φυσιολογικό να θυμάται εκείνη τη μέρα, μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του. Όμως, αυτό που τον εντυπωσιάζει είναι, όπως μας είπε, ότι τα θυμάται και ο κόσμος παρότι έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες. Ετσι, αυτό που ήθελε να προσθέσει στον επίλογο της συνέντευξης αυτής αφορούσε την αγάπη του κόσμου:

«Θέλω να κλείσω με ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κόσμο που τόσα χρόνια μετά μας θυμάται, μας στηρίζει και ζει ακόμα με τις αναμνήσεις των επιτυχιών εκείνης της ομάδας που ονομάστηκε Dream Team»