Με δύο εμβληματικά έργα της σύγχρονης ελληνικής μουσικής δημιουργίας, το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και τον «Μεγάλο Ερωτικό» ανοίγει ο Κύκλος «Μάνος Χατζιδάκις» για τη σεζόν 2018/19, στις 28, 29 και 30 Σεπτεμβρίου, στην Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή συνεχίζει το μοναδικό αφιέρωμα που ξεκίνησε με μεγάλη επιτυχία την περασμένη καλλιτεχνική περίοδο 2017/18, στον αξεπέραστο Μάνο Χατζιδάκι. Έως το 2020, σε συνεργασία με τον γιο του Γιώργο Χατζιδάκι, η ΕΛΣ θα παρουσιάσει «εκείνα που ξεχάσαμε, αλλά και αυτά που δεν γνωρίσαμε».

Κύκλοι τραγουδιών, πιανιστικά έργα, σουίτες, έργα για μπαλέτο, οπερατικά, μεταγραφές θα ερμηνευτούν από τα σύνολα της ΕΛΣ (Ορχήστρα, Χορωδία, Παιδική Χορωδία) και από διακεκριμένους και νεότερους ερμηνευτές. Παράλληλα με την επανασύσταση και παρουσίαση του σπουδαίου έργου του Χατζιδάκι, στις δύο σκηνές της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ, θα ερμηνευτούν επίσης ανέκδοτα έργα του.

Επιθυμία της ΕΛΣ δεν είναι απλώς να τιμήσει τον συνθέτη και διανοητή Μάνο Χατζιδάκι, αλλά κυρίως να φέρει το έργο του στο σήμερα, να το κάνει κτήμα της καθημερινής μας ζωής, να το συστήσει στις νεότερες γενιές, να το ηχογραφήσει εκ νέου, να το επαναπροσδιορίσει, να το διασκευάσει και να του προσδώσει μια νέα περίοδο ακμής και διαχρονικότητας.

Το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και ο «Μεγάλος Ερωτικός» κυκλοφόρησαν με διαφορά επτά ετών και έχουν καθορίσει όχι μόνο το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό ευρύτερα. Το πρώτο είναι έργο-ορόσημο για τη μεταπολεμική ελληνική δημιουργία, που αμφισβητεί τα στεγανά μεταξύ λόγιου και λαϊκού. Είναι η ώριμη έκφραση του λυρικού κόσμου του Χατζιδάκι, που κινείται επιδέξια μεταξύ συμφωνικής και δημοφιλούς μουσικής.

«Τα δέκα αυτά τραγούδια γράφτηκαν μ’ ένα συγκερασμό απελπισίας και αναμνήσεων. Το θέμα είναι η γυναίκα έρημη μες τη μεγάλη πόλη. Το κάθε τραγούδι είναι κι ένας μονόλογός της, κι όλα μαζί συνθέτουν την ιστορία της. Μια ιστορία σύγχρονη και παλιά μαζί». Με αυτά τα λόγια έκλεινε ο Μάνος Χατζιδάκις το σημείωμά του στην πρώτη έκδοση του θρυλικού πλέον «Χαμόγελου της Τζοκόντας». Το έργο, που έχει πουλήσει πάνω από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, ηχογραφήθηκε το 1965 στη Νέα Υόρκη σε παραγωγή του θρύλου Κουίνσυ Τζόουνς.

Ο «Μεγάλος Ερωτικός» αποτελεί μια από τις κορυφές της χατζιδακικής δημιουργίας. Στον «Μεγάλο Ερωτικό» ο Χατζιδάκις μελοποίησε Ελύτη, Καβάφη, Σαπφώ, Σαραντάρη, Γκάτσο, Σολωμό, Ευριπίδη, Χορτάτζη, Σολομώντα και ένα ποίημα της Μυρτιώτισσας, το οποίο στάθηκε η αφορμή για τη δημιουργία του έργου. Στην πρώτη αξεπέραστη ηχογράφηση τα τραγούδια του δίσκου ερμήνευσαν η Φλέρυ Νταντωνάκη και ο Δημήτρης Ψαριανός.

«Ο Μεγάλος Ερωτικός είναι ένας λαϊκός θεός, που ζει στη φαντασία μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε, ίσαμε να πεθάνουμε, όμορφος, εφηβικός και αδιάκοπα ζωντανός. Ο Μεγάλος Ερωτικός δε φοράει γραφικά τοπικά ρούχα. Φοράει τα δικά του που συνθέτουν δύσκολους συνδυασμούς ήχων, ανάλαφρων χρωμάτων και ποιητικών ονείρων. Δεν περιέχει μηνύματα που εύκολα τα σβήνουν οι βροχές, δεν αντιστέκεται. Με τα τραγούδια αυτά αποτείνομαι στην πιο κρυφή ευαισθησία των νέων ανθρώπων κάθε ηλικίας κι όχι στους εφήμερους κι ανεξέλεγκτους ερεθισμούς τους. Τα τραγούδια αυτά δεν είναι αισθησιακά. Λειτουργούν πέρ’ απ’ την πράξη, στο βαθύ αίσθημα που χαρακτηρίζει οποιαδήποτε σχέση, κάθε μορφής, αρκεί να περιέχει τις προϋποθέσεις γι’ ανθρώπινη επικοινωνία», σημείωνε ο Χατζιδάκις στο οπισθόφυλλο του δίσκου.

Κατά μια έννοια, ο «Μεγάλος Ερωτικός» μουσικά εγγράφεται στην προέκταση των πειραματισμών της Τζοκόντας. Επικαλούμενος την Τέχνη της ποίησης καθαυτή, διαπερνάει τα σύνορα των ειδών και εγκαθιστά έναν λειτουργικό διάλογο ανάμεσα στο λόγιο και το λαϊκό μουσικό ήθος και έθος, έξω από στερεότυπα και γραφικότητες.

Στη νέα ανάγνωση του «Μεγάλου Ερωτικού», το έργο θα ερμηνεύσουν ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο οποίος έχει ερμηνεύσει τον «Ερωτικό» το 1999 στην Πνύκα και το 2005 στις Πρέσπες και η Δήμητρα Σελεμίδου, η οποία ερμηνεύει το έργο για πρώτη φορά. Την καλλιτεχνική επιμέλεια του κύκλου «Μάνος Χατζιδάκις» έχει αναλάβει ο Γιώργος Χατζιδάκις και τη μουσική διεύθυνση ο Λουκάς Καρυτινός.