Σε προεκλογικό ντιμπέιτ εν όψει ευρωεκλογών εξελίχθηκε η σημερινή ομιλία Τσίπρα στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου για το μέλλον της Ευρώπης – ένα ντιμπέιτ, που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της εγχώριας πολιτικής σύγκρουσης και φέρνει σε πρώτο πλάνο την αναμέτρηση του προοδευτικού τόξου με τις δυνάμεις της ακροδεξιάς και του εθνικισμού σε πανευρωπαϊκό πλέον επίπεδο.

Τόσο στην πρωτολογία του, όσο και στην αντιπαράθεση που είχε με τον αντιπρόεδρο του ΕΛΚ Εστέβαν Γκονζάλες Πονς, ο Έλληνας πρωθυπουργός επιχείρησε να ορίσει τις νέες διαχωριστικές γραμμές αυτής της αναμέτρησης και να θέσει τα διλήμματα. Κάνοντας αυτοκριτική για τα πεπραγμένα της πρώτης διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και της περιόδου Βαρουφάκη και υπεραμυνόμενος των μετέπειτα επιλογών του, κάλεσε και την άλλη πλευρά – εκείνη των συντηρητικών κομμάτων – να πράξει το ίδιο, να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί  και να απομακρυνθεί από τον εναγκαλισμό με την άκρα δεξιά.

«Η αποτυχία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της κρίσης, τροφοδότησε τελικά το τέρας του σοβινισμού και του ακροδεξιού λαϊκισμού. Μετέφερε την Ακροδεξιά, από το εδώλιο του κατηγορουμένου της Ιστορίας και την απομόνωση, στο πολιτικό προσκήνιο», δήλωσε στην ομιλία του.

Έξω από αυτό το κάδρο, δε, δεν άφησε ούτε την ελληνική συντηρητική παράταξη , υπενθυμίζοντας ότι η ΝΔ «φλερτάρει» με το ασφαλιστικό μοντέλο Πινοσέτ και υποστηρίζοντας ότι αντιμετωπίζει την λύση του Μακεδονικού με όρους «λαϊκισμού και καιροσκοπισμού».

«Δεν ξέρω αν είναι κακό που άλλαξα», είπε ο Αλέξης Τσίπρας απαντώντας στην κριτική Γκονζάλες για την στροφή του μετά το 2015 «κακό είναι κάποιοι να μένουν αδιόρθωτοι. Μιλήσατε για νεποτισμό και λαϊκισμό αν θέλετε να μιλήσετε για νεποτισμό στην Ελλάδα δείτε απλά πως μια παράταξη στην Ελλάδα που έχει προσφέρει τόσα, όπως η συντηρητική παράταξη, σε αυτήν γίνονται συνήθως αρχηγοί τα τέκνα κάποιων προηγούμενων πρωθυπουργών. Γίνεται αλλού αυτό σε συντηρητικά κόμματα στην Ευρώπη; Στη δική σας παράταξη να στραφείτε όταν μιλάτε για εθνικισμό. Η στάση που κρατά το κόμμα της ΝΔ σε σχέση με την αναγκαία επίλυση της ονομασίας με την ΠΓΔΜ είναι μια στάση που θα χαρακτηρίζεται στα μελλοντικά βιβλία της Ιστορίας ως ο ορισμός του λαϊκισμού και του καιροσκοπισμού».

Πίσω από αυτή την σύγκρουση, πέραν των προφανών προεκλογικών σκοπιμοτήτων, βρίσκονται οι σκληρές και αμφίρροπες διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, εν όψει τόσο των ευρωεκλογών όσο και των αλλαγών στην ηγεσία των κορυφαίων ευρωπαϊκών θεσμών.

Η δυναμική με την οποία κινείται ο σκληρός δεξιός Μάνφρεντ Βέμπερ προς την διαδοχή του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και την προεδρία της Κομισιόν, η εφόρμηση του εθνικιστή Όρμπαν και των συμμάχων προς την ανάληψη της ηγεσίας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και η υπαναχώρηση των μετριοπαθών συντηρητικών δυνάμεων – όπως των Χριστιανοδημοκρατών  της Άνγκελα Μέρκελ – ενώπιον της ακροδεξιάς πίεσης, έχει σημάνει συναγερμό στην ευρωπαϊκή Αριστερά, τους Σοσιαλιστές αλλά και, σε μεγάλο βαθμό, και στους Φιλελεύθερους.

Το αρχικό όμως όραμα για μια κοινή κάθοδο αυτών των προοδευτικών δυνάμεων στις ευρωεκλογές, κόντρα στα ακροδεξιά και εθνικιστικά σχήματα, αποδεικνύεται υπερφιλόδοξο, εάν όχι ουτοπικό. Ως εκ τούτου, οι εν εξελίξει προσπάθειες – στις οποίες πρωταγωνιστικό ρόλο είχε και έχει και ο επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ – στοχεύουν κυρίως στην συγκρότηση ενός, κατά μέγιστο δυνατό, συμπαγούς μετώπου των προοδευτικών, αριστερών και κεντροαριστερών δυνάμεων.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι επαφές του Έλληνα πρωθυπουργού με τους επικεφαλής της Αριστεράς Γκάμπι Τσίμερ και των ευρωσοσιαλιστών Ούντο Μπούλμαν, ενώ οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στο τραπέζι βρίσκονται και προτάσεις για μια κοινή προοδευτική υποψηφιότητα για την ηγεσία της Κομισιόν, απέναντι στον υποψήφιο της δεξιάς.