Aνάκτηση εργασίας, εμβάθυνση δημοκρατίας, ενίσχυση κοινωνικού κράτους: Σε αυτούς τους τρεις πυλώνες, παράλληλα με την αποκατάσταση των αδικιών της κρίσης βασίζει το σχέδιο – το «όραμα» όπως το προσδιόρισε ο ίδιος – για την μεταμνημονιακή Ελλάδα που παρουσίασε χθες το βράδυ ο πρωθυπουργός  στα εγκαίνια της ΔΕΘ.

Είναι το όραμα πάνω στο οποίο ο Αλέξης Τσίπρας στηρίζει και το εγχείρημα επανεκκίνησης της κυβέρνησης εν όψει μιας δύσκολης και σκληρής εκλογικής σύγκρουσης, θέτοντας τη «δίκαιη ανάπτυξη» ως ορόσημο του σχεδιασμού του και τραβώντας καθαρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αριστερά «της ευημερίας, της ισότητας και της προόδου» και στις δυνάμεις του «ακραίου φιλελευθερισμού» που, όπως είπε, θεωρούν ότι «η ανάπτυξη περνά μέσα από τη συντριβή της εργασίας».

Επ’ αυτής της διαχωριστικής γραμμής θα κριθεί και η αναμέτρηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος θα παρουσιάσει το δικό του πρόγραμμα την επόμενη εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη, όντας πλέον εγκλωβισμένος σε δύο μέτωπα: Το ένα είναι τα μέτρα που ανακοίνωσε ήδη  ο πρωθυπουργός για την «ανάκτηση της εργασίας» – αύξηση κατώτατου μισθού και επαναφορά συλλογικών διαπραγματεύσεων – και στα οποία ο αρχηγός της ΝΔ  έχει τοποθετηθεί μέχρι στιγμής επιφυλακτικά, εάν όχι αρνητικά. Το δεύτερο είναι το σαφές – και αναμενόμενο – άνοιγμα Τσίπρα στη μεςαία τάξη, κυρίως μέσω της εξαγγελίας μείωσης του ΕΝΦΙΑ και των ασφαλιστικών εισφορών ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών.

Οι δυο αυτές, στοχευμένες, κινήσεις δίνουν και το στίγμα του πολιτικού ακροατηρίου στο οποίο θα εστιάσει η κυβέρνηση προεκλογικά στοχεύοντας σαφώς στην επαναπροσέγγιση με κοινωνικές ομάδες που σήκωσαν δυσανάλογο μερίδιο των βαρών της κρίσης.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η γενναία μείωση του ΕΝΦΙΑ – εως και 50% σε ορίζοντα διετίας για τις περιουσίες χαμηλής αξίας – και η επίσης σημαντική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών επελέγησαν ως τα πρώτα βήματα μεταμνημονιακής ανακούφισης έναντι των εισηγήσεων για άμεσες φοροελαφρύνσεις με μείωση των φορολογικών συντελεστών. Πρόκειται για μια απόφαση  που ελήφθη με κριτήριο και την εστίαση της Νεας Δημοκρατίας στις συγκεκριμένες ομάδες πολιτών – ιδιοκτήτες ακινήτων και ελεύθερους επαγγελματίες – και, δη, με το καταγγελτικό επιχείρημα ότι η υπερφορολόγηση τους αποτέλεσε συνειδητή και ταξική επιλογή της κυβέρνησης.

Συνολικά, πάντως, το πακέτο των χθεσινών εξαγγελιών Τσίπρα κινείται πάνω σε έναν άξονα τριπλής ισορροπίας: Την ανάγκη τήρησης των δεσμεύσεων προς τους δανειστές, την σταδιακή στροφή σε μοντέλο αντιλιτότητας, και τη στήριξη τόσο των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων όσο και της μεσαίας τάξης που κατέβαλε το υψηλότερο τίμημα στην κρίση.

Σ’ αυτή την ισορροπία εντάσσονται τόσο οι διαβεβαιώσεις που έδωσε ο πρωθυπουργός για την τήρηση των δεσμεύσεων της χώρας όσο και η διατύπωση που επέλεξε για να διαμηνύσει πως δεν πρόκειται να περικοπούν οι συντάξεις. «Το εισόδημα των συνταξιούχων», είπε,  «έχει υποστεί τεράστιες απώλειες. Και η μεγάλη αγωνία όλων μας είναι εαν τς μέτρα που απαίτησε το ΔΝΤ για περικοπή των συντάξεων θα εφαρμοστούν».

«Σύμφωνα με τα δικά μας στοιχεία για το 2019», πρόσθεσε, «οι προβλέψεις του ΔΝΤ δεν επιβεβσιώνονται. Ο στόχος για πλεόνασμα 3,5% και το 2029 μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς την εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου». Τόνισε, δε, ότι ακριβώς αυτή την θέση θα παρουσιάσει η κυβέρνηση στους εταίρους εξηγώντας ότι η περικοπή των συντάξεων εκτός από μη αναγκαίο μέτρο είναι και μέτρο «μη διαρθρωτικό και αντιαναπτυξιακό».

Σαφές ήταν και το μήνυμα που έστειλε ο Αλέξης Τσιπρας σε όσους προβλέπουν – ή επιχειρούν να προκαλέσουν – ρήξη με τους δανειστές και κρίση στις αγορές: «Είμαστε αποφασισμένοι», είπε, «να τηρήσουμε τους συμφωνημένους στόχους για τα επόμενα χρόνια. Για να εξασφαλίσουμε την αξιοπιστία της χώρας και να μην θέσουμε σε κίνδυνο όλα όσα με κόπο έχουμε κατακτήσει […] Οι πρόσκαιρες αναταράξεις από εξωγενείς παράγοντες στις αγορές δεν μας ανησυχούν, για δυόμισι χρόνια υπάρχει το μαξιλάρι ασφαλείας».