Tραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες». Η συγκεκριμένη αποστροφή από το χθεσινό διάγγελμα του πρωθυπουργού επανέφερε στο προσκήνιο ένα από βασικά προβλήματα που ταλάνισαν τα τελευταία χρόνια το εγχώριο πολιτικό σκηνικό κι όχι μόνο. Γιατί ο όρος revolving doors (περιστρεφόμενες πόρτες ελληνιστί), τον οποίο χρησιμοποίησαν οι Αγγλοσάξωνες για να περιγράψουν το διαρκές πέρασμα κρατικών αξιωματούχων σε μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα, πολυεθνικές επιχειρήσεις και το αντίστροφο, αντικατόπτριζε σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση που υπήρχε στις Βρυξέλλες πολύ πριν να εμφανιστούν ο Λουκάς Παπαδήμος και ο Γιάννης Στουρνάρας.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι περίπου 3.500 εταιρίες λόμπινγκ και 30.000 λομπίστες κατοικοεδρεύουν στα πέριξ των κέντρων αποφάσεων των ευρωπαϊκών θεσμών. Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο που λειτουργούν  «συγκοινωνούντα δοχεία» Κομισιόν και μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικά.

Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα αναφέρει πρόσφατη σχετική έκθεση του ερευνητή Γιώργου Βασσάλου και  του Παρατηρητηρίου της Ευρώπης των Πολυεθνικών, 4 από τους 5 διευθυντές του τμήματος της Κομισιόν, που σχετίζεται με τις χρηματοπιστωτικές μεταρρυθμίσεις στην ΕΕ, εργάστηκαν (την περίοδο 2008-2017) μετά την αποχώρησή τους από την Κομισιόν σε χρηματοπιστωτικές εταιρείες ή εταιρείες λόμπινγκ που τις εκπροσωπούν.   Συνολικά, περίπου 1 στους 3 (19 στους 61) από όσους που στελέχωσαν τα ανώτερα κλιμάκια της Γενικής Διεύθυνσης Χρηματοπιστωτικής Ρύθμισης (DG FISMA) στην περίοδο 2008-2017, είτε εργάστηκαν σε ιδιωτικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες πριν μπουν στην Κομισιόν, είτε πήγαν σε αυτές αφού άφησαν την Κομισιόν. Ακόμη χειρότερη είναι η εικόνα όσον αφορά τα κορυφαία κλιμάκια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς δύο στους τρεις επιτρόπους που είχαν την αρμοδιότητα της ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών μετά την κρίση επίσης κατέληξαν στα τραπεζικά λόμπι, ενώ ανάλογη πορεία ακολούθησαν άλλοι έξι συνάδελφοί τους με άλλα χαρτοφυλάκια. Κι όλα αυτά εν μέσω της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονταν τα ίδια τα τραπεζικά ιδρύματα και οι πρακτικές τους.

Από το Μπαρόζο μέχρι τον Λόρδο Τζόναθαν Χιλ

Από τις πιο γνωστές και ενδεικτικές περιπτώσεις είναι αυτή του Μανουέλ Μπαρόζο, ο οποίος μόλις λίγο καιρό μετά την αποχώρησή του από την προεδρία της Κομισιόν, προσλήφθηκε σε διευθυντική θέση στην Goldman Sachs, φέρνοντας σε προφανή αμηχανία ακόμη και του μέχρι πρότινος συνδαιτημόνες του στις Βρυξέλλες. Η συγκεκριμένη όμως  είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Μόλις πριν από λίγους μήνες, ήρθε ο Βρετανός Λόρδος Τζόναθαν Χιλ, ο οποίος παραιτήθηκε τον Ιούλιο του 2016 εξαιτίας του Brexit από τη θέση του Επιτρόπου αρμόδιου για Οικονομικά ζητήματα, να αναλάβει διευθυντική θέση στην ελβετική τράπεζα UBS αποδεικνύοντας πως «οι πόρτες δεν έπαψαν ποτέ να περιστρέφονται».

Την ίδια στιγμή, η εν λόγω διαπλοκή προφανώς αφορά και την αντίστροφη πορεία. Κάπως έτσι αρκετοί είναι εκείνοι οι Επίτροποι, που φέρονται να έχουν «συστατικές επιστολές» από μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αλλά και λόμπι που τα εκπροσωπούν.

Πολύ πρόσφατα το Ευρωκοινοβούλιο επεχείρησε να «μαζέψει» στο βαθμό του δυνατού, την κατάσταση ψηφίζοντας μια σειρά από σχετικά μέτρα (δημοσίευση συνεδριάσεων κι επαφών ευρωβουλευτών με εκπροσώπους λόμπι, περιορισμούς όσον αφορά τη μελλοντική επαγγελματική απασχόληση πρώην Επιτρόπων κλπ), τα περισσότερα από τα οποία αποτελούσαν προτάσεις της Ευρωομάδας της Αριστεράς. Αξίζει δε να σημειωθεί πως το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, όπου ανήκει κι η ΝΔ, ήταν το μόνο που συντεταγμένα αρνήθηκε να στηρίξει τα συγκεκριμένα μέτρα.

Τεχνοκράτες στην κυβέρνηση, τράπεζες στην εξουσία

Το πρόβλημα όμως έγινε ακόμη μεγαλύτερο όταν θεωρήθηκε σωστό η συγκεκριμένη εμπειρία να μεταλαμπαδευτεί και σε εθνικό επίπεδο, μέσω των λεγόμενων «κυβερνήσεων τεχνοκρατών», οι οποίες θα έρχονταν να υποκαταστήσουν τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Ο στόχος προφανής: να εφαρμοστούν απαρέγκλιτα τα πιο σκληρά μέτρα εις βάρος των ασθενέστερων και να μη θιγούν τα συμφέροντα των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Κάπως έτσι προέκυψε το Νοέμβριο του 2011 στη χώρα μας η κυβέρνηση υπό τον πρώην αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Λουκά Παπαδήμο. Ήταν η ίδια ακριβώς περίοδος που ο πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος και σύμβουλος της Goldman Sachs, Μάριο Μόντι, αναλάμβανε ανάλογο ρόλο στην Ιταλία.

Στη χώρα μας βέβαια παρακολουθήσαμε και την αντίστροφη πορεία. Ήταν αυτή που ακολούθησε ο Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος (έχοντας κι ο ίδιος «συστατικές» από τον τραπεζικό τομέα)  τοποθετήθηκε  το 2012 από τον Αντώνη Σαμαρά στο υπουργείο Οικονομικών για να μεταπηδήσει δύο χρόνια αργότερα στην κεφαλή της Τράπεζας της Ελλάδος.

«Έχουμε παράδοση στα δημόσια αξιώματα»

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές πως η συγκεκριμένη στρατηγική όχι μόνο προκαλεί το δημόσιο αίσθημα κι αποτελεί σοβαρό τροχοπέδη όσον αφορά την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, αλλά επέτεινε κι επιτείνει την ασυδοσία των μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων. Ενδεικτική είναι άλλωστε και μια πρόσφατη συνέντευξη του CEO της Goldman Sachs, Λόιντ Μπλάνκφαϊν, στο Politico, αφού αναφερόμενος στις περιστρεφόμενες πόρτες επεσήμανε χαρακτηριστικά:

«Υπάρχει μια πόρτα, αλλά δεν είναι ακριβώς περιστρεφόμενη. Έχουμε κυρίως ανθρώπους που πάνε από την τράπεζα μας στις κυβερνήσεις. Σπάνια το αντίστροφο. Οι πέντε τελευταίοι προκάτοχοι μου έφυγαν για να μπούνε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ κι έχουμε κι άλλους που πήγαν σε δημόσιες θέσεις στο εξωτερικό. Έχουμε μια παράδοση στα δημόσια αξιώματα, που κρατά από την εποχή του Β’ παγκοσμίου όταν ο πρόεδρος μας ήταν έμπιστος του Ρούζβελτ.  Άνθρωποί μας, όπως ο Χένρι Πώλσον χειρίστηκαν καλύτερα την κρίση, γιατί είχαν εμπειρίες πραγματικής ζωής στον εμπορικό – ανταγωνιστικό τομέα. Η μόνη περίπτωση που προσλάβαμε ανθρώπους όπως ο Μπαρόζο ή ο Σάδερλαντ, που έχουν κάνει την καριέρα τους σε δημόσια πόστα, είναι για να αναλάβουν ρόλους σχεδόν κυβερνητικούς»