Η χρήση των ψηφιακών πλατφορμών για τη διαχείριση της απασχόλησης γνωρίζει – όπως επισημαίνουν οι ειδικοί – αλματώδη αύξηση μετά την οικονομική κρίση  του 2008. Οι έρευνες προκειμένου να εκτιμηθεί το μέγεθος και το εύρος αυτή της ανάπτυξης ποικίλουν, ενώ ακόμη υπολείπεται κατά πολύ η προσπάθεια ρύθμισης του συγκεκριμένου τομέα της αγοράς εργασίας.

Μπορεί η χρήση της νέας τεχνολογίας να βελτιώνει την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, την ίδια, όμως, ώρα, αναβιώνει συστηματικά για χιλιάδες εργαζόμενους συνθήκες που επικρατούσαν πριν από δεκαετίες, με χαμηλές αμοιβές, χωρίς συγκεκριμένο ωράριο εργασίας και καμία ασφάλεια.

Σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες από την Ομάδα της «Ευρωπαϊκής Αριστεράς» (GUE/NGL) με θέμα «Ουμπεροποίηση και Εργασιακή Σκλαβιά» ευρωβουλευτές και ειδικοί επιστήμονες, έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για τις εργασιακές συνθήκες, που βιώνουν όσοι εργάζονται μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών παροχής υπηρεσιών.

Η πρόεδρος της Ομάδας GUE/NGL, Γκάμπι Τσίμερ, παρουσίασε με μελανά χρώματα τον τρόπο. με τον οποίο μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, που παρέχουν ποικίλες υπηρεσίες (μεταφοράς, διανομής φαγητού. κλπ), όπως η Uber, το Deliveroo, αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους: «Δεν υπάρχει καμία αντιστοιχία όσον αφορά την αμοιβή, και την ασφάλεια και τα εργασιακά δικαιώματα με αυτά που ίσχυαν μέχρι τώρα» και όπως υπογράμμισε «πολιτικά, σε εθνικό ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο το συγκεκριμένο θέμα δεν έχει προσελκύσει την προσοχή που χρειάζεται».

«Ο αριθμός των συμβάσεων εργασίας και των απασχολουμένων που δεν έχουν ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις στην ΕΕ παράλληλα με την τεχνολογική εξέλιξη επιδεινώνονται συνεχώς. Έχουμε βέβαια νέες δυνατότητες για τον εργοδότη, τον ελεύθερο επαγγελματία αλλά εκείνος που θα έπρεπε να απολαμβάνει των δικαιωμάτων, ο εργαζόμενος ή και αυτός που θέλει να τον υπερασπιστεί σε επίπεδο πχ σωματείου έχει νέα θέματα να αντιμετωπίσει».

Επιχειρώντας να μιλήσει για το μέλλον στον χώρο της εργασίας, η Γκάμπι Τσίμερ αναφέρθηκε στην Γκιγκ Εκόνομι(Gig Economy) «μία τάση που όλο και περισσότερο συζητείται. Αυτή η έννοια όλο και περισσότερο επικρατεί. Όλο και μεγαλύτερος είναι ο αριθμός εκείνων που εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες για περισσότερους εργοδότες και έξω από τις παραδοσιακές εργασιακές σχέσεις. Οτιδήποτε μπορεί να ακούγεται θετικό από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης ότι είναι πιο ευέλικτες οι σχέσεις εργασίας, ή ότι είναι πιο ευέλικτος ο χρόνος εργασίας και ότι ο καθένας μπορεί να διαμορφώσει μόνος του τις συνθήκες ζωής του, τον χρόνο του, τον τόπο εργασίας, βλέπουμε ότι αν ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά,  είναι φενάκη. Έχουμε να κάνουμε με μια άνευ προηγουμένου ευελιξία που δεν παρέχει την παραμικρή ασφάλεια. Ο εργαζόμενος καλείται να είναι διαθέσιμος στην πλατφόρμα 24 ώρες το 24ωρο, ανά πάσα στιγμή. Και ενώ διαθέτει όλο τον χρόνο του αμείβεται μόνο για τις μικροεντολές ή αποστολές, που του ανατίθενται. Επίσης, κατά κανόνα δεν υπάρχουν συμβάσεις μόνιμης απασχόλησης. Όσες υπάρχουν είναι ελάχιστες».

Σύμφωνα με την κ. Τσίμερ η γενιά που θα πληγεί περισσότερο από αυτό το φαινόμενο είναι αυτοί που γεννήθηκαν γύρω στο 2000. Είναι η γενιά, που το 2020, αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, θα έχει αβέβαιες, ασταθείς σχέσεις απασχόλησης και πολλές φορές απομονωμένες θέσεις απασχόλησης. Δηλαδή, δεν υπάρχει η δυνατότητα να οργανωθούν οι εργαζόμενοι, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα. Δεν έχουν καμία δυνατότητα επιρροής στις αποφάσεις, που λαμβάνει η επιχείρηση για την οποία εργάζονται. Αποφάσεις που επηρεάζουν την ίδια τους τη ζωή.

Η κ. Τσίμερ χαρακτηρίζει μεγάλη πρόκληση για το εργατικό κίνημα ότι σε αυτή τη μορφή απασχόλησης «δεν έχουμε τυπικές, επίσημες θέσεις εργασίας, δεν έχουμε κοινωνική νομοθεσία, η οποία να μπορεί να εφαρμοστεί, ή συλλογικές συμβάσεις, και ως εκ τούτου δεν έχουμε και κοινωνική ασφάλιση. Ο εργαζόμενος καλείται να οργανωθεί μόνος του και να οργανώσει τις εργασιακές σχέσεις του».

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, οι εργαζόμενοι του ενός κλικ έρχονται ο ένας να ανταγωνιστεί τον άλλον. Και οι εμπορικές συμφωνίες διαιωνίζουν αυτόν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων.

 

Η αποθέωση της καινοτομίας χωρίς νομικούς κανόνες στην πραγματικότητα οδηγεί στην ασυδοσία

Αναφερόμενος στον σκοπό της συγκεκριμένης εκδήλωσης, ο Στέλιος Κούλογλου, ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, παρατηρεί: «Υποτίθεται ότι οι νέες ψηφιακές υπηρεσίες χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να βελτιώσουν τη ζωή μας, αλλά δεν βελτιώνουν τη ζωή όλων των ανθρώπων. Οι εργαζόμενοι σε αυτές τις υπηρεσίες έρχονται αντιμέτωποι συχνά με μια νέα εργασιακή κουλτούρα. που στην πραγματικότητα είναι πάρα πολύ παλιά, μας πηγαίνει δεκάδες χρόνια πίσω. Γιατί συνήθως αυτό που αποκαλείται «ουμπεροποίηση» δηλώνει εργασίες κακοπληρωμένες, εφήμερες, πρόσκαιρες, χωρίς κοινωνική ασφάλιση, συνδικαλιστικά δικαιώματα».

Όσο για το τι κάνουν οι Βρυξέλλες για την προστασία των συγκεκριμένων εργαζομένων, ο  κ. Κούλογλου σημειώνει: «Οι νόμοι στην ΕΕ που ρυθμίζουν αυτές τις υπηρεσίες είναι συγκεχυμένοι και βρίσκονται πίσω από τις σημερινές απαιτήσεις. Η αποθέωση της καινοτομίας χωρίς νομικούς κανόνες στην πραγματικότητα οδηγεί στην ασυδοσία».

Στην Ελλάδα, μία από τις χώρες που έχουν χτυπηθεί περισσότερο από την οικονομική κρίση, το φαινόμενο έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που δικαιώνουν τον τίτλο τη εκδήλωσης, σύμφωνα με τον Έλληνα ευρωβουλευτή.

«Η ουμπεροποίηση είναι ένα είδος μοντέρνας σκλαβιάς. Αυτό δεν αφορά μόνο τις νέες τεχνολογίες αλλά και τους “ ντελιβεράδες“ , που διανέμουν στα σπίτια πίτσες. Οι  χαμηλές αμοιβές και η ανασφάλιστη εργασία είναι ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Οι επιχειρήσεις πολλές φορές δεν προσφέρουν μοτοσικλέτες, μηχανάκια, ποδήλατο για να κάνουν οι “ ντελιβεράδες” τη δουλειά τους. Τους προσλαμβάνουν, αρκετές φορές, ζητώντας ανάμεσα σε άλλα προσόντα να έχουν τα δικά τους μηχανάκια και συχνά δεν πληρώνουν ούτε για τα καύσιμα  Το μεροκάματο δεν εξαρτάται από τον μισθό που είναι πολύ χαμηλός, αλλά από τα φιλοδωρήματα, έτσι τρέχουν ασταμάτητα και πολλές ώρες. Συνθήκες άγχους, κούρασης, υπερεργασίας που οδηγούν σε ατυχήματα, συχνά θανατηφόρα. Τα θύματα είναι συνήθως νέοι από 20 έως 30 ετών. Η ζωή τους έχει φτάσει να αξίζει λιγότερο από μια πίτσα από αυτές που κουβαλούν».

«Και την ίδια ώρα», υπογραμμίζει ο κ. Κούλογλου, «οι μεγάλες εταιρείες εκμεταλλεύονται την έλλειψη νομοθεσίας στην ΕΕ, και τις διαφορές μεταξύ των κρατών μελών και φοροδιαφεύγουν με αποτέλεσμα να αυξάνουν τα κέρδη τους, ενώ δεν μοιράζονται καθόλου αυτά τα κέρδη με τους εργαζομένους τους».

 

Κυριαρχία των ΗΠΑ στις ψηφιακές πλατφόρμες

Τα στοιχεία που υπάρχουν αναφορικά με τις on-line υπηρεσίες καταδεικνύουν κυριαρχία των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον ευρωβουλευτή Χέλμουτ Σολτς: «μας προσφέρονται υπηρεσίες που δημιουργούν νέες συνθήκες για τους εργαζόμενους, τους εργάτες, του δημοσίους υπαλλήλους, τους φοιτητές, τους καθηγητές κλπ.. Αυτοί που δουλεύουν για να μας, προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες, δουλεύουν πολλές φορές σε χειρότερες συνθήκες απ’ ό,τι εμείς. Δεν υπάρχει ρύθμιση για τις πλατφόρμες αυτές. Και πρέπει ως Ευρωκοινοβούλιο να βιαστούμε, να καλύψουμε το κενό αυτό. Να ψάξουμε να βρούμε αυτούς τους νέους κανόνες που χρειάζονται».

Σύμφωνα με μελέτη που έγινε το 2015 για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το εμπόριο on-line και στην οποία συμμετείχαν 35 χώρες, από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και άλλες αναδυόμενες οικονομίες, το 42% των on-line εμπορικών υπηρεσιών στην ΕΕ είναι εσωτερικές και το 54% από τις ΗΠΑ, το υπόλοιπο ποσοστό από τον υπόλοιπο  κόσμο.

Στις ΗΠΑ το 32% των on-line εσωτερικών υπηρεσιών κάνουν εξαγωγές, δυο φορές παραπάνω απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Aυτό καθιστά τις ΗΠΑ κυρίαρχο παράγοντα στη δραστηριότητα αυτή και γι’ αυτό ίσως κυριαρχούν στις ψηφιακές πλατφόρμες».

 

Πρέπει να υπάρξει ακριβής ορισμός της έννοιας του αυτοαπασχολούμενου

Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το πανεπιστήμιο Hertfordshire αρχικά σε επτά ευρωπαϊκές χώρες και σε οχτώ φέτος, είναι μία προσπάθεια κατανόησης της έκτασης της “ Gig economy”.

H Ούρσουλα Χους, καθηγήτρια Εργατικού Δικαίου και Παγκοσμιοποίησης, χαρακτηρίζει την εικόνα περίπλοκη. Είναι δύσκολες και η κατηγοριοποίηση των πλατφορμών αλλά και των εργαζόμενων. Το 57% όσων εργάζονται για ψηφιακέςές πλατφόρμες τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα γίνονται υπάλληλοί τους, παρά το γεγονός ότι έχουν κατηγοριοποιηθεί ως αυτοαπασχολούμενοι, κάτι που δεν τους επιτρέπει να έχουν εργασιακά δικαιώματα, όπως διακοπές και αμειβόμενες άδειες ασθένειας.

Την ίδια ώρα όμως, οι ίδιοι εργαζόμενοι δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν αυτοαπασχολούμενοι, καθώς ο μισθός τους καθορίζεται από την πλατφόρμα, η συγκεκριμένη φύση της δουλειάς τους καθορίζεται από την πλατφόρμα, και έχουν περιορισμένα δικαιώματα – όπως το ότι δεν μπορούν να αρνηθούν μια δουλειά – πολλές φορές μάλιστα είναι υποχρεωμένοι να φορούν στολή και μάλιστα με το logo της εταιρείας. Όλα αυτά βέβαια καθιστούν μια σχέση εξάρτησης, και όχι μια σχέση ευελιξίας και αυτονομίας.

Οι άνθρωποι που εργάζονται στην Gig Economy αποτελούν ένα «κρυφό», άδηλο, κομμάτι του εργατικού δυναμικού. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα και αναλυτικά στοιχεία, δεν υπάρχει ασφάλιση. Το 15% όσων συμμετείχαν στην έρευνα απάντησαν ότι προσφέρουν πληρωμένες υπηρεσίες σε περισσότερες από μία πλατφόρμες. Μόλις ένας στους 40 παίρνει το μισό το κανονικού μισθού. Οι υπόλοιποι αμείβονται ακόμη πιο χαμηλά. Το 25% του κέρδους από την υπηρεσία που προσφέρουν (π.χ. πλύσιμο τζαμιών, βόλτα  το σκύλο) επιστρέφει στην πλατφόρμα. Αυτό είναι το κυρίαρχο μοντέλο. Είναι μια άτυπη οικονομία, πού πάει το 25% που χάνεται από την τοπική οικονομία; διερωτάται η Ούρσουλα Χους. Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Hertfordshire πρόκειται για μια τεράστια πρόκληση για τις κυβερνήσεις.

Επίσης, οι πλατφόρμες δεν έχουν βάση στην εθνική επικράτεια, όπου εργάζονται οι εργαζόμενοι. Συνεπώς. με ποιους όρους καλείται κάποιος να δουλέψει, για παράδειγμα με ποιους όρους προσφυγής στη δικαιοσύνη;

Υπάρχουν πλατφόρμες στις οποίες ο εργαζόμενος βαθμολογείται ανάλογα με την ικανοποίηση του πελάτη. «Και όταν είσαι επισφαλής τι θα κάνεις; Εμείς οι καθηγητές εξαρτιόμαστε από τον τρόπο που θα μας κρίνουν οι φοιτητές μας. Νοσοκομεία στέλνουν μέιλ για να αξιολογήσεις τη νοσοκόμα. Αυτό γίνεται όλο και περισσότερο. Μέθοδος, που υπονομεύει και την ισότητα, καθώς ένας μαύρος οδηγός αξιολογείται χαμηλότερα».

Στο ερώτημα πώς μπορούν οι αρχές να προχωρήσουν σε κάποιες ρυθμίσεις, η καθηγήτρια παρατηρεί ότι οι εργαζόμενοι σε κάποιες πλατφόρμες προσπαθούν να οργανωθούν – για παράδειγμα, στην Ούμπερ – και, ως επακόλουθο, αρχίζει και μια οργάνωση των αρχών, των πόλεων, των δήμων. Το τοπίο συνεχώς αλλάζει, τα μοντέλα αλλάζουν και οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους αντιδρούν σε αυτές τι αλλαγές.

Είναι μείζον κοινωνικό ζήτημα, που αφορά κυρίως τους πιο φτωχούς και, μάλιστα,  τους νέους. Πρέπει να υπάρξει στην ΕΕ και σίγουρα σε εθνικό επίπεδο, ακριβής ορισμός για το τι σημαίνει αυτοαπασχολούμενος και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας για όλους, υπογραμμίζει.

Η πραγματικότητα, που ισχύει για τους εργαζόμενους μέσω πλατφορμών παροχής υπηρεσιών, διαψεύδει περίτρανα όσους υποστηρίζουν ότι η χρήση νέων τεχνολογιών θα φέρει οπωσδήποτε περισσότερη ελευθερία για τους εργαζόμενους, χωρίς να απαιτούνται  και ειδικές νομικές ρυθμίσεις. Σε μια αγορά εργασίας που συνεχώς μεταβάλλεται, κατά τρόπο που όχι απλά μεταμορφώνει τις παραδοσιακές έννοιες της εργασίας και της εξάρτησης των εργαζομένων, αλλά που δημιουργεί, πολύ περισσότερο, για ολόκληρες κατηγορίες από αυτούς νέες συνθήκες δουλείας, υπάρχει ανάγκη νέων νομικών ρυθμίσεων, που θα καλύπτουν το σύνολο των εργαζομένων και των εργασιακών τους σχέσεων. Όπως υπογραμμίζουν πολλοί ειδικοί, το σύγχρονο εργατικό δίκαιο δεν μπορεί να καλύπτει μόνο την παραδοσιακή μορφή εργασίας, ως εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης. Αλλιώς, ο κίνδυνος είναι το εργατικό δίκαιο είναι να καταστεί «αριστοκρατικό», προσφέροντας μηχανισμούς προστασίας σε διαρκώς μικρότερο αριθμό εργαζομένων και αφήνοντας εκτός τη μεγάλη μάζα τους και, μάλιστα, τους πλέον ευάλωτους από αυτούς.

Πριν από τριάντα χρόνια, ο Jeremy Rifkin, στο κλασικό βιβλίο του «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», αναλύοντας τις νέες συνθήκες στις παγκόσμιες αγορές και στην αυτοματοποιημένη παραγωγή, με τη χρήση νέων τεχνολογιών και την παραδοσιακή μορφή εργασίας που φθίνει διεθνώς, επεσήμαινε ότι «ο δρόμος που οδηγεί σε μία οικονομία σχεδόν χωρίς καθόλου εργαζόμενους είναι ορατός» και υπογράμμιζε ότι «το τέλος της εργασίας μπορεί να σημάνει τη θανατική καταδίκη του πολιτισμού, όπως τον ξέραμε. Το τέλος της εργασίας θα μπορούσε επίσης να σημάνει την αρχή μιας μεγάλης κοινωνικής μεταμόρφωσης, μίας αναγέννησης του ανθρωπίνου πνεύματος». Τα τελικό του συμπέρασμα παραμένει διαχρονικό και επίκαιρο: «Τα μέλλον βρίσκεται στα χέρια μας».