Συγκλονιστικές αποκαλύψεις ήρθαν στο φως σχετικά με τα σχέδια που απεργάζεται η κυβέρνηση Τραμπ και αφορούν σε πραξικόπημα για την ανατροπή του πρόεδρου της Βενεζουέλα, Νικολά Μαδούρο. Οι New York Times, επικαλούνται πληροφορίες που προέρχονται τόσο από Αμερικανούς αξιωματούχους, όσο και από έναν πρώην διοικητή του στρατού της Βενεζουέλας, ο οποίος συμμετείχε σε σχετικές συζητήσεις. Οι συζητήσεις αυτές έγιναν σε μυστικές συναντήσεις που στήθηκαν μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και συνωμοτών στρατιωτικών από τη Βενεζουέλα κατά τη διάρκεια της χρονιάς.

Η δημιουργία ενός καναλιού επικοινωνίας με συνωμότες στη Βενεζουέλα ήταν ένα μεγάλο ζήτημα για την Ουάσιγκτον, δεδομένης και της μακράς ιστορίας της χώρας που είναι γεμάτη μυστικές επεμβάσεις σε όλη τη Λατινική Αμερική. Στην περιοχή ενυπάρχει πάντα η έντονη δυσαρέσκεια απέναντι στις ΗΠΑ για τη στήριξη πραξικοπημάτων και συνωμοσιών στην Βραζιλία, τη Χιλή, τη Νικαράγουα και την Κούβα, αλλά και για την στήριξη που η Αμερική παρείχε στα εγκλήματα που διέπραξαν τα στρατιωτικά καθεστώτα στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Ο Λευκός Οίκος, ο οποίος αρνήθηκε να απαντήσει σε λεπτομερή ερωτήματα σχετικά με τις συνομιλίες με τους στρατιωτικούς της Βενεζουέλας, ανέφερε σε μια δήλωση ότι «είναι σημαντικό να ξεκινήσει ο διάλογος στη Βενεζουέλα με όλους όσους επιδεικνύουν την επιθυμία για δημοκρατία, προκειμένου «να έρθει μια θετική αλλαγή στη χώρα που έχει υπομείνει τόσο πολλά υπό τον Μαδούρο».

Ωστόσο, ένας από τους στρατιωτικούς διοικητές της Βενεζουέλας που συμμετείχαν στις μυστικές συνομιλίες δεν δείχνει να είναι καθόλου η ιδανική μορφή για να βοηθήσει στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Αντίθετα βρίσκεται στον κατάλογο κυρώσεων της αμερικανικής κυβέρνησης με τους διεφθαρμένους αξιωματούχους στη Βενεζουέλα.

Σύμφωνα με τους New York Times, οι ΗΠΑ αποφάσισαν τελικά να μην προχωρήσουν με τα σχέδια του πραξικοπήματος. Αλλά η προθυμία της κυβέρνησης Τραμπ να συναντήσει αρκετές φορές συνωμότες αξιωματικούς που σκοπεύουν να ανατρέψουν έναν πρόεδρο, θα μπορούσε να γυρίσει μπούμερανγκ.

Η Βενεζουέλα του Μαδούρο βρίσκεται βυθισμένη σε μια μεγάλη οικονομική κρίση. Ο ίδιος όμως εδώ και καιρό υποστηρίζει ότι οι ιμπεριαλιστές της Ουάσιγκτον προσπαθούν ενεργά να τον απομακρύνουν και οι μυστικές συνομιλίες των αμερικανών για την ανατροπή του τον δικαιώνουν. Το ίδιο και οι μικρής κλίμακας επιθέσεις που έχει δεχτεί η κυβέρνηση και τις οποίες έχει έως τώρα αποτρέψει. Οι στρατιωτικοί της Βενεζουέλας ζήτησαν να έχουν άμεσες επαφές με την αμερικανική κυβέρνηση και κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα, ωστόσο, η απάντηση ήταν αρνητική, σύμφωνα με αξιωματούχους.

Στο μεταξύ, ο Ντόναλντ Τραμπ τον περασμένο Αύγουστο, δήλωσε δημόσια ότι οι ΗΠΑ είχαν μια «στρατιωτική επιλογή» για τη Βενεζουέλα – μια δήλωση που επέσυρε την καταδίκη των συμμάχων των ΗΠΑ, στη Λατινική Αμερική αλλά ενθάρρυναν τους στρατιωτικούς της Βενεζουέλας να χτυπήσουν ξανά την πόρτα του Λευκού Οίκου.

«Ήταν ο αρχηγός της αμερικανικής κυβέρνησης αυτός που το είπε αυτή τη φορά», δήλωσε ο πρώην στρατιωτικός διοικητής της Βενεζουέλας σε συνέντευξη που έδωσε ανώνυμα φοβούμενος αντίποινα από την κυβέρνηση της χώρας. «Δεν θα είχα αμφιβολίες εφόσον αυτός ήταν ο αγγελιοφόρος».

Μια σειρά κρυφών συναντήσεων ξεκίνησαν στο εξωτερικό το περασμένο φθινόπωρο και συνεχίστηκαν φέτος. Σε αυτές οι αξιωματούχοι της Βενεζουέλας είπαν στην αμερικανική κυβέρνηση ότι αντιπροσώπευαν «μερικές εκατοντάδες μέλη των ενόπλων δυνάμεων που είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στον αυταρχισμό του Μαδούρο».

Οι αξιωματικοί ζήτησαν από τις ΗΠΑ τεχνολογία για κρυπτογραφημένη επικοινωνία την οποία θα χρησιμοποιούσαν για αναπτύξουν ένα σχέδιο για την «εγκατάσταση μιας μεταβατικής κυβέρνησης στη χώρα έως ότου γίνουν εκλογές».

Τα στοιχεία για τις μυστικές αυτές συναντήσεις εξάγονται από συνεντεύξεις με έντεκα νυν και πρώην Αμερικανούς αξιωματούχους αλλά και με τον πρώην στρατιωτικό διοικητή της Βενεζουέλας. Ο τελευταίος είπε ότι τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ομάδες εντός του στρατεύματος της Βενεζουέλας σχεδίαζαν την ανατροπή της κυβέρνησης Μαδούρο.

Μία από αυτές κατάφερε να έρθει σε επαφή με την αμερικανική κυβέρνηση μέσω της πρεσβείας των ΗΠΑ σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Όταν αυτό μαθεύτηκε στην Ουάσιγκτον, οι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου ενδιαφέρθηκαν αλλά και ανησύχησαν ότι το αίτημα για συνάντηση θα μπορούσε να είναι μια παγίδα, ώστε να αποκαλυφθεί ότι ένας Αμερικανός αξιωματούχος να συνωμοτεί εναντίον της κυβέρνησης της Βενεζουέλας. Ωστόσο, όσο η κρίση στη Βενεζουέλα βάθαινε, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεώρησαν ότι ο κίνδυνος αξίζει τον κόπο. «Μετά από πολύ συζήτηση, συμφωνήσαμε ότι πρέπει να ακούσουμε αυτά που είχαν να πουν», είπε ένας ανώτερος αξιωματούχος.

Οι δικηγόροι του Λευκού Οίκου βρήκαν συνετό να στείλουν έναν επαγγελματία διπλωμάτη στις συναντήσεις. Του δόθηκε εντολή να παρευρεθεί ως παρατηρητής και δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να διαπραγματευτεί οτιδήποτε. Μετά την πρώτη συνάντηση που έγινε το φθινόπωρο του 2017, ο διπλωμάτης ανέφερε ότι οι στρατιωτικοί από τη Βενεζουέλα δεν είχαν ένα λεπτομερές και είχαν εμφανιστεί στη συνάντηση με την ελπίδα ότι οι Αμερικανοί θα τους προσέφεραν καθοδήγηση.

Ο πρώην διοικητής της Βενεζουέλας δήλωσε ότι οι αξιωματικοί δεν ζήτησαν ποτέ αμερικανική στρατιωτική παρέμβαση. «Ποτέ δεν συμφώνησα, ούτε εκείνοι πρότειναν, να προβούμε σε κοινή επιχείρηση», είπε.

Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος και οι σύντροφοί του θέλησαν να χτυπήσουν πέρσι το καλοκαίρι όταν η κυβέρνηση ανέστειλε τις λειτουργίες της Βουλής αλλά τελικά απέσυραν το σχέδιό τους φοβούμενοι ότι θα οδηγούσε σε αιματοχυσία. Αργότερα θέλησαν να καταλάβουν την εξουσία τον Μάρτιο αλλά το σχέδιο διέρρευσε και τέλος εξέτασαν το ενδεχόμενο να χτυπήσουν στις εκλογές της 20ης Μαΐου κατά τις οποίες επανεξελέγη ο Μαδούρο, αλλά και πάλι υπήρξαν διαρροές.

Όπως αναφέρουν οι New York Times δεν είναι ξεκάθαρο πόσες λεπτομέρειες για τα σχέδια αυτά μοιράστηκαν οι συνωμότες με τους Αμερικανούς. Επίσης δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Μαδούρο γνώριζε πως οι στρατιωτικοί μιλούσαν με τους Αμερικανούς. Στα σχέδια που απεργάζονταν, ο πρώην διοικητής και οι σύντροφοί του πίστευαν ότι έπρεπε να συλλάβουν το Μαδούρο κι άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης παράλληλα.

Για να γίνει αυτό έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να επικοινωνούν με ασφάλεια. Απηύθυναν το αίτημα τους για στήριξη σε αυτόν τον τομέα στη δεύτερη συνάντηση που είχαν πέρσι με τον Αμερικανό διπλωμάτη. Εκείνος μετέφερε το αίτημά τους στην Ουάσιγκτον, ωστόσο, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι το απέρριψαν. «Απογοητευτήκαμε», δήλωσε ο πρώην στρατιωτικός αξιωματούχος της Βενεζουέλας.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης συναντήθηκε με τους επίδοξους πραξικοπηματίες και για τρίτη φορά στις αρχές της χρονιάς, αλλά οι συζητήσεις δεν κατέληξαν σε κάποια υπόσχεση υλικής βοήθειας ή ακόμη σε ένα σαφές μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον ενέκρινε τα σχέδια τους. Ωστόσο, και πάλι οι συνωμότες της Βενεζουέλας μπορούσαν να θεωρήσουν τις συναντήσεις αυτές ως μια σιωπηρή έγκριση των σχεδίων τους από την αμερικανική κυβέρνηση, σύμφωνα με τον Πίτερ Κορνμπλαχ, ιστορικό στο Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας του Πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσιγκτον.

«Οι ΗΠΑ πάντα ενδιαφέρονται να συλλέξουν πληροφορίες σχετικά με πιθανές αλλαγές στην ηγεσία των άλλων κυβερνήσεων», εξηγεί ο Κορνμπλαχ, «αλλά ακόμη και η απλή παρουσία ενός αξιωματούχου των ΗΠΑ σε μια τέτοια συνάντηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ενθάρρυνση».

Η θέση αυτή ενισχύεται και από τη δημόσια στάση των Αμερικανών αξιωματούχων. Εκτός από τις δηλώσεις του Τραμπ και του Λευκού Οίκου, την 1η Φεβρουαρίου, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Ρεξ Τίλερσον, είχε δηλώσει σε ερώτηση για τη Βενεζουέλα: «όταν τα πράγματα είναι τόσο άσχημα ώστε η στρατιωτική ηγεσία συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να εξυπηρετεί τους πολίτες πια, θα διαχειριστεί μια ειρηνική μετάβαση», είπε.

Μια ημέρα αργότερα, ο γερουσιαστής της Φλόριντα Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος προσπάθησε να διαμορφώσει την προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ γενικά απέναντι στην Λατινική Αμερική, έγραψε μια σειρά θέσεων στο twitter που ενθάρρυναν τους αντιφρονούντες των ενόπλων δυνάμεων της Βενεζουέλας να ανατρέψουν τον αρχηγό τους.