«Οκτώ ολόκληρα χρόνια υπήρχε διαμάχη για το ελληνικό χρέος, δημιουργώντας έτσι ένα είδος μνημείου», γράφει η γερμανική S?ddeutsche Zeitung σε ανταπόκρισή της από τις Βρυξέλλες εκτιμώντας ότι «πίσω από το ελληνικό πρόβλημα κρύβεται ένας μεγαλύτερος κίνδυνος: Το νόμισμα που έμελλε να ενώσει περισσότερο τα ευρωπαϊκά κράτη μεταξύ τους έγινε κατά την κρίση χρέους διχαστικό εργαλείο για την ευρωπαϊκή ήπειρο».

Οπως τονίζει η SZ, «μεγάλο μέρος της Ν.Α. Ευρώπης δεν έχει συνέλθει ακόμα από τις ευρω-αναταράξεις των τελευταίων ετών. Μια γενιά νέων, άνεργων Ευρωπαίων φοβάται ότι θα μείνει ξεκρέμαστη. Επειδή η ΕΕ δεν μπορεί πλέον να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της για ευημερία, αναζητούν πολλοί τους υπαίτιους και καθιστούν υπεύθυνη τη γερμανική πολιτική λιτότητας για την κατάστασή τους. Αυτό μπορεί να είναι λάθος και άδικο, αλλά η κατηγορία παραμένει αναπάντητη, όσο η κατάσταση των ανθρώπων δεν βελτιώνεται.

Στη Γερμανία πάλι έχει διαδοθεί ένα επικίνδυνο αφήγημα: Οι άλλοι θέλουν μόνο τα λεφτά μας. Υπάρχει το άσχημο συναίσθημα ότι επανειλημμένα είναι «οι εργατικοί Γερμανοί» εκείνοι, οι οποίοι χρηματοδοτούν τα χρέη «των τεμπέληδων Νοτιοευρωπαίων». Γενικά, φαίνεται ότι η αποταμίευση έχει δυσφημιστεί, γιατί πώς να εξηγήσεις στα παιδιά ότι πρέπει να πάνε τα λεφτά τους στην τράπεζα, όταν πια δεν παίρνουν τίποτα πια σαν κέρδος από εκείς Η πολιτική των μηδενικών επιτοκίων της ΕΚΤ στα μάτια πολλών Γερμανών κρύβει ένα σαφές όσο και μοιραίο μήνυμα: Η αποταμίευση δεν αξίζει.

Οι αρμόδιοι για το ευρώ πολιτικοί γνωρίζουν αυτές τις ανησυχίες», προστίθεται στο ίδιο δημοσίευμα, «αλλά δεν τις αποδυναμώνουν. Μόνον όταν ο Γάλλος Πρόεδρος Εμ. Μακρόν πίεσε για μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, κινήθηκε η Άνγκελα Μέρκελ. Η Καγκελάριος πρέπει να ασχοληθεί με τις ανησυχίες και τις ανάγκες των Νοτιοευρωπαίων, αν δεν θέλει να την απασχολούν συνέχεια οι Λε Πεν, Σαλβίνι και άλλοι αντιευρωπαϊστές. Καθαρά λόγια: Η Γερμανία πρέπει να είναι πρόθυμη να δώσει περισσότερα. Αυτή η παραδοχή δεν επιβάλλεται μόνο λόγω πολιτικού ειδικού βάρους, αλλά έχει νόημα και από οικονομικής απόψεως. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επωφελήθηκε από το Ευρώ όσο καμία άλλη χώρα. Είναι λοιπόν προς το γερμανικό συμφέρον η ενίσχυση της νομισματικής ένωσης και η προφύλαξή της από την επόμενη κρίση.

Τρία εργαλεία μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό: ένας προϋπολογισμός για την Ευρωζώνη, μια κοινή ασφάλιση για τους ανέργους και ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Όπως και στην άμυνα, έτσι και στην οικονομική πολιτική η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει περισσότερες δικές της ευθύνες και να ανεξαρτητοποιηθεί ακόμα περισσότερο. Σε έναν κόσμο, όπου δεν μπορεί κανείς πλέον να εμπιστευθεί όλους τους εταίρους της Συμμαχίας, κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο. Και μόνο για λόγους αυτοπροστασίας χρειάζεται μια σταθερή νομισματική ένωση. Μένει να ελπίζουμε ότι η Ευρώπη έμαθε από την ελληνική κρίση και δεν θα αναλάβει δράση μόνον όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα-εκτιμά η SZ- σε πρώτη φάση, τελευταίο πρόγραμμα διάσωσης ολοκληρώθηκε, αλλά η Ελλάδα παραμένει ένα ετεροκαθοριζόμενο κράτος. Νέα μεταρρυθμιστικά μέτρα δεν θα υπάρξουν μεν, αλλά η Ελλάδα θα παραμείνει υπό την εποπτεία των δανειστών, που θέλουν εν τέλει να γνωρίζουν τι γίνεται με τα χρήματά τους».