Όσο περνάνε οι ημέρες η πίεση προς τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αυξάνεται. Η οικονομική κρίση, η διεθνής απομόνωση και η ανοιχτή και σκληρή πλέον σύγκρουση με τις ΗΠΑ τον έχει οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο, από τον οποίο αναζητά απελπισμένα μια διέξοδο. Η «επίθεση φιλίας» προς την Ευρώπη, αρχικά με την απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, θέμα το οποίο είχε διεθνοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση, αποτελεί ένα πρώτο βήμα επαναπροσέγγισης με τις Βρυξέλλες. Οι σχέσεις τους είχαν παγώσει μετά την επιθετική πολιτική και τις απειλές του Ερντογάν, όμως είναι γεγονός πως οι Ευρωπαίοι έχουν να κερδίσουν από τη συνεργασία με την Τουρκία, κυρίως στο θέμα του προσφυγικού, αλλά και στο οικονομικό καθώς ευρωπαϊκά κεφάλαια έχουν εκτεθεί στην τουρκική οικονομία και μια πιθανή χρεοκοπία θα προκαλούσε μπελάδες.

Παράλληλα ο Τούρκος πρόεδρος στρέφεται προς άλλες «εναλλακτικές», όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Μέση Ανατολή. Όμως πέρα από το Κατάρ, οι σχέσεις με τις υπόλοιπες αραβικές χώρες είναι αρκετά περιορισμένες και σε κάποιες περιπτώσεις έως και εχθρικές. «Δυστυχώς για τον Ερντογάν θα πρέπει να αναζητήσει αλλού βοήθεια για την επίλυση των σημερινών οικονομικών δεινών. Τα αραβικά κράτη δεν θα τον υποστηρίξουν», εκτιμά ο Mustafa Ellabad, διευθυντής του Κέντρου Περιφερειακών και Στρατηγικών Μελετών του Al-Sharq στο Κάιρο

Είναι γεγονός πως ο Ερντογάν, μέχρι σήμερα, μοιάζει να μην σκέφτεται τη χρυσή τομή με τις ΗΠΑ, καθώς οι κινήσεις του είναι προς την κατεύθυνση της σύγκρουσης. «Ούτε βήμα πίσω», διαμηνύει η Άγκυρα, στην υπόθεση του Αμερικανού πάστορα Μπράνσον, που κρατείται με τις κατηγορίες της τρομοκρατίας και της κατασκοπείας και οι ΗΠΑ ζητούν την απελευθέρωσή του. Ο Ερντογάν φέρεται να επιδιώκει την ανταλλαγή του Μπράνσον με τον Γκιουλέν, τον αυτοεξόριστο ιμάμη στις ΗΠΑ, τον οποίο κατηγορεί για την ενορχήστρωση του πραξικοπήματος. Επιπλέον στους δασμούς, απαντάει με δασμούς και μποϊκοτάζ αμερικανικών προϊόντων.

Το αφήγημα του Τούρκου Προέδρου, με φόντο την οικονομική κρίση και τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ, είναι πως αν η Ουάσινγκτον δεν επιθυμεί την επίλυση των προβλημάτων, τότε υπάρχουν και αλλού «σύμμαχοι», τόσο στον οικονομικό όσο και στον γεωστρατηγικό τομέα. Είναι όμως αυτή μια ρεαλιστική προσέγγιση; Μπορούν πραγματικά η Κίνα και η Ρωσία να αποτελέσουν την εναλλακτική του Ερντογάν κόντρα στις παραδοσιακές δυτικές συμμαχίες;

Η απάντηση, σύμφωνα με ανάλυση της Deutsche Welle, είναι αρνητική. Όπως υπογραμμίζει η αναλύτρια Seda Serdar, η Τουρκία ασφαλώς και πρέπει να έχει καλές σχέσεις με την πλούσια σε πετρέλαιο Ρωσία αλλά και με την Κίνα, που έχει αναδειχθεί σε έναν παγκόσμιο οικονομικό γίγαντα. Επιπλέον δεν είναι μυστικό πως ο Ερντογάν αισθάνεται πιο οικεία στην Ανατολή. Όμως η Τουρκία θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική με τη σύναψη συμφωνιών, ιδιαίτερα λόγω της θέσης της, που βρίσκεται σε μια ασταθή περιοχή. «Για τον λόγο αυτό η Τουρκία χρειάζεται το ΝΑΤΟ και το ΝΑΤΟ χρειάζεται την Τουρκία», υπογραμμίζεται στην ανάλυση της Deutsche Welle και τονίζεται πως «ο Ερντογάν το γνωρίζει αυτό».

Στην πραγματικότητα η υπόθεση του πάστορα Μπράνσον δεν είναι παρά μια αφορμή και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί την αιτία, το βασικό ζήτημα, της εν εξελίξει αμερικανοτουρκικής σύγκρουσης. Πρόκειται απλώς για ένα σύμβολο της μάχης εξουσίας μεταξύ του Τραμπ και του Ερντογάν. Όμως η διπλωματική κρίση σχετικά με τον πάστορα έχει πλήξει σημαντικά την Τουρκία.

Τουρκία και ΗΠΑ είναι δύο βασικά μέλη του ΝΑΤΟ και η σύγκρουσή τους δεν ευνοεί σε καμία περίπτωση τη συμμαχία. Όσο η υπόθεση Μπράνσον δεν επιλύεται τόσο η ένταση δεν πρόκειται να μειωθεί. Οι ΗΠΑ σε αυτή την υπόθεση φαίνεται πως έχουν το πλεονέκτημα, καθώς η πολιτική αστάθεια πλήττει την Τουρκία, που ήδη θεωρείται αναξιόπιστη οικονομικά από τις αγορές.

«Η Τουρκία χρειάζεται τη Δύση όσο και η Δύση χρειάζεται την Τουρκία και οι Ευρωπαίοι το γνωρίζουν καλά αυτό. Σίγουρα πολύ καλύτερα από την Ουάσινγκτον», αναφέρεται στην ανάλυση της Deutshe Welle. Εξάλλου η Ευρώπη θα είναι η πρώτη που θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κρίσης στην περιοχή. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν εκφράσει δημόσια τις διαφωνίες τους με την εξωτερική και οικονομική πολιτική που ακολουθεί ο Ντόναλντ Τραμπ και μπορεί ο Ερντογάν να μην αποτελεί τον “καλύτερο φίλο”, αλλά σίγουρα είναι ένας πολύ κρίσιμος εταίρος σε θέματα ασφάλειας και γεωστρατηγικής.

Δεν είναι τυχαίο, όπως υπογραμμίζει η αναλύτρια Seda Serdar, πως το Βερολίνο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και την αντιπαράθεση ΗΠΑ – Τουρκίας. Ενώ ο Τραμπ ωθεί την Τουρκία στα άκρα, το Βερολίνο προσπαθεί να συνεχίσει τον διάλογο ως “εκπρόσωπος της Δύσης”. Η επίσκεψη του Ερντογάν στη Γερμανία, στα τέλη Σεπτεμβρίου, αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Βέβαια το Βερολίνο πάντα θα έχει μια “κριτική ματιά” στον Τούρκο πρόεδρο, αλλά θεωρεί πολύ σημαντικό τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων διαλόγου.

Ανεξάρτητα από το πως θα εξελιχθεί η κρίση με τις ΗΠΑ και η επίσκεψη στο Βερολίνο, τα προβλήματα του Ερντογάν δεν πρόκειται να λυθούν με επικοινωνιακές κινήσεις στην εξωτερική πολιτική. Η επίλυση του οικονομικού προβλήματος απαιτεί μέτρα από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ώστε η Τουρκία να γίνει και πάλι ελκυστική για τους επενδυτές. Για αν συμφωνεί αυτό χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και ένα συγκεκριμένο δημοσιονομικό σχέδιο.

Ο υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας και γαμπρός του Ερντογάν, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, υποστήριξε την Πέμπτη πως η κυβέρνηση αναγνωρίζει όλες τις εσωτερικές προκλήσεις και πως θα εφαρμόσει ένα πρόγραμμα λιτότητας, αλλά δεν πρόκειται να καταφύγει στο ΔΝΤ ή να επιβάλλει capital controls. Αν θα επιβεβαιωθεί ή οι συνθήκες θα τον διαψεύσουν θα φανεί σύντομα.