H κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα «αναπτυξιακής φούσκας». Αδιαμφισβήτητα η Τουρκική οικονομία εκτοξεύτηκε τα τελευταία 15 χρόνια, όμως ήταν μια ανάπτυξη σε μεγάλο βαθμό πλασματική καθώς βασίστηκε στην εισροή ξένου κεφαλαίου και το χρέος, όπως άλλωστε και οι περισσότερες αναδυόμενες οικονομίες παγκοσμίως. Μάλιστα όταν η χρηματοπιστωτική κρίση σάρωσε την Ευρώπη και έπληξε ανεπανόρθωτα την Ελλάδα, η Τουρκία εμφανιζόταν ως ένα παράδειγμα για το πως μια χώρα μπορεί να ξεφύγει από μια παγκόσμια κρίση. Όμως αυτό, όπως αποδεικνύεται σήμερα, δεν ήταν παρά μια πρόσκαιρη επιτυχία, καθώς οι πραγματικές αδυναμίες αργά ή γρήγορα έρχονται στη επιφάνεια.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχοντας συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες και δημιουργώντας επί της ουσίας ένα μοναρχικό κράτος, βρίσκεται σήμερα σε αδιέξοδο. Απομονωμένος στο εξωτερικό, εξαιτίας της αλλοπρόσαλλης και επιθετικής πολιτικής του, καλείται πλέον να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις των «Σουλτανόμικς», της οικονομικής πολιτικής του που οδήγησε στην κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας. Όπως σημειώνει η Deutsche Welle, οι άνθρωποι που μέχρι σήμερα αποκαλούσαν τον Ερντογάν «μεγάλο μεταρρυθμιστή» είναι πολύ πιθανό να του γυρίσουν την πλάτη βλέποντας να χάνουν τις δουλειές τους και το βιοτικό τους επίπεδο. Ο Ερντογάν επιχειρεί να παρουσιάσει την οικονομική κρίση, ως «οικονομικό πόλεμο» από τους εξωτερικούς εχθρούς και συγκεκριμένα τις ΗΠΑ. Όμως αν η κατάσταση δεν αλλάξει σύντομα, κάτι που σε αυτή τη φάση φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο, το αφήγημά του αναπόφευκτα θα καταρρεύσει μέσω της ίδιας της καθημερινότητας των Τούρκων πολιτών.

Εκτός Τουρκίας το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί η τουρκική κρίση να απειλήσει την Ευρώπη. Οι ανεξέλεγκτες εκροές κεφαλαίων και η υποτίμηση της λίρας προκαλούν φόβους πως οι εταιρείες και οι τράπεζες δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή δανείων που έχουν λάβει σε ευρώ και δολάρια. Μέχρι στιγμής, σημειώνει η Deutsche Welle, η κατάσταση φαίνεται διαχειρίσιμη. Σύμφωνα με ανάλυση της ABN Amro, οι απαιτήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών ανέρχονται σε 143 δισ. ευρώ (163 δισ. δολάρια). Περισσότερο εκτεθειμένες στην τουρκική οικονομία είναι η τράπεζα BBVA της Ισπανίας, η Unicredit της Ιταλίας, η BNP Paribas της Γαλλίας, η ING της Ολλανδίας και η HSBC της Βρετανίας. Για τις γερμανικές τράπεζες το συνολικό ποσό έκθεσης κυμαίνεται μεταξύ 18 και 20 δισ. ευρώ.

Βάσει αυτών των δεδομένων φαίνεται πως δεν υπάρχει σοβαρός λόγος ανησυχίας για την Ευρώπη από την οικονομική κρίση στην Τουρκία. Αναλυτές εκτιμούν πως οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα μπορέσουν να διαχειριστούν ακόμη και το χειρότερο σενάριο της Τουρκικής κρίσης, το οποίο σήμερα θεωρούν και το πιο πιθανό, δηλαδή το ενδεχόμενο οι τράπεζες να αναγκαστούν να τερματίσουν πλήρως τις δραστηριότητές τους και να αποσυρθούν από τη χώρα.

Οι οικονομίες της ευρωζώνης έχουν σε μεγάλο βαθμό σταθεροποιηθεί, εκτιμά ο Henrik Böhme, ειδικός αναλυτής της Deutsche Welle σε οικονομικά θέματα, και θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις μερικές τουρκικές επιπτώσεις. Από την άλλη, υπογραμμίζει, μια ολοκληρωτική τουρκική κρίση θα προστεθεί στα σημαντικά προβλήματα που ήδη αντιμετωπίζει η Ευρώπη, όπως το αβέβαιο μέχρι τώρα αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για το Brexit και την απρόβλεπτη εμπορική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ.

Υπάρχουν επίσης οι ανησυχίες για ένα ντόμινο εξελίξεων. Η τουρκική λίρα έχει χάσει πάνω από το 40% της αξίας της από τις αρχές του έτους. Το CNN σε ανάλυσή του παρατηρεί πως αντίστοιχη κρίση συναλλάγματος σημειώθηκε και στην Αργεντινή, ενώ δραματικές μειώσεις καταγράφονται το τελευταίο διάστημα και στο ρωσικό ρούβλι, την ινδική ρουπία και στο ραντ της Νότιας Αφρικής. Οι επενδυτές βρίσκονται σε επιφυλακή καθώς τα σημάδια θυμίζουν την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1997 – 1998. Η αναταραχή στις αναδυόμενες οικονομίες οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ισχυροποίηση του δολαρίου, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την πρόσβαση σε σχετικά φτηνό χρήμα των εν λόγω αγορών, που είναι άμεσα εξαρτημένες από τον εξωτερικό δανεισμό.

Οι επενδυτές αποσύρουν κεφάλαια από τις αγορές υψηλότερου ρίσκου και κατευθύνονται σε ασφαλέστερες επενδύσεις. Αυτή η τάση, στην Τουρκία, ενισχύθηκε και από τη στάση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος «σόκαρε» τις αγορές όταν πριν από καιρό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση ανακοίνωσε δημόσια πως δεν πρόκειται να λάβει οποιοδήποτε μέτρο και συγκεκριμένα δεν πρόκειται να αυξήσει τα επιτόκια παρά την εκρηκτική άνοδο του πληθωρισμού.

Ήταν το σημείο που η τουρκική οικονομία κατέστη απόλυτα αναξιόπιστη για τους επενδυτές, ενώ διεθνείς οικονομικοί παράγοντες άσκησαν δριμεία κριτική στην τουρκική ηγεσία για ανικανότητα και εγκληματικά ανορθόδοξη νομισματική πολιτική. Οι αναλυτές προειδοποιούσαν για την επικείμενη οικονομική κατάρρευση εξαιτίας των πολιτικών του Ερντογάν, που έχουν προκαλέσει ένα δημοσιονομικό χάος στην Τουρκία. Και το χειρότερο για την Τουρκία είναι πως ο «Σουλτάνος» επέμεινε σε αυτές.

Σήμερα, εγκλωβισμένος, αναζητά διέξοδο σε «εναλλακτικές», δείχνοντας προς τη Ρωσία και την Κίνα. Εξάλλου ακόμη κι αν σήμερα άλλαζε οικονομική πολιτική είναι αμφίβολο κατά πόσο θα προσέλκυε ξένους επενδυτές, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλέον την Τουρκία ως απολύτως αναξιόπιστη. Ένα ακόμη σενάριο που εξετάζεται είναι η στροφή προς τον Αραβικό κόσμο. Αν και οι οικονομικές σχέσεις με τη Μέση Ανατολή είναι αρκετά περιορισμένες με την Τουρκία να εξάγει κυρίως βασικά και ακατέργαστα αγαθά στον αραβικό κόσμο, η Άγκυρα έχει αναπτύξει μια πιο στενή συνεργασία με το Κατάρ. Ο Ερντογάν υποστήριξε το Κατάρ όταν απομονώθηκε διπλωματικά από τις ΗΠΑ, τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της στον Κόλπο. Σήμερα θα έλεγε κανείς πως βρίσκονται στην ίδια πλευρά έχοντας ως κοινό εχθρό τις ΗΠΑ, όμως παραμένει αμφίβολο σε ποιο βαθμό μπορεί το Κατάρ, εν μέσω και της δικής του κρίσης, να υποστηρίξει την Τουρκία. «Δυστυχώς για τον Ερντογάν θα πρέπει να αναζητήσει αλλού βοήθεια για την επίλυση των σημερινών οικονομικών δεινών. Τα αραβικά κράτη δεν θα τον υποστηρίξουν», εκτιμά ο  Mustafa Ellabad, διευθυντής του Κέντρου Περιφερειακών και Στρατηγικών Μελετών του Al-Sharq στο Κάιρο.

Τέλος ο Ερντογάν εκτιμάται πως μετά τις προσβολές, τις απειλές και την επιθετική εξωτερική πολιτική, το επόμενο διάστημα, θα εξαπολύσει μια «επίθεση γοητείας» προς τους Ευρωπαίους, με επιδίωξη να κερδίσει την υποστήριξή τους στη σύγκρουσή του με τις ΗΠΑ. Εξάλλου και οι σχέσεις της Ευρώπης με τις ΗΠΑ βρίσκονται στο χειρότερο επίπεδο στη μεταπολεμική περίοδο. Ο Ερντογάν «ποντάρει» πολλά στην επίσκεψη του στο Βερολίνο στα τέλη του άλλου μήνα και η απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών ενδεχομένως να εντάσσεται σε αυτή την προσπάθεια επαναπροσέγγισης.